Υποχρέωση σύνταξης και υποβολής «Κατάστασης Ενδοομιλικών Συναλλαγών»

21/09/2012 Uncategorized, Προτεινόμενη Αρθρογραφία no comments

Κωνσταντίνος Νιφορόπουλος. Ορκωτός Ελεγκτής – Λογιστής.

ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΣΥΝΔΕΔΕΜΕΝΕΣ

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

I ΥΠΟΧΡΕΩΣΗ ΣΥΝΤΑΞΗΣ ΚΑΙ ΥΠΟΒΟΛΗΣ” ΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ ΕΝΔΟΟΜΙΛΙΚΩΝ ΣΥΝΑΛΛΑΓΩΝ

ΕΩΣ 15 ΜΑΙΟΥ 2011 ΓΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΕΣ ΠΟΥ ΚΛΕΙΝΟΥΝ ΙΣΟΛΟΓΙΣΜΟ ΤΗΝ 31-12-2010.

II ΓΕΝΙΚΑ -ΙΣΧΥΟΥΣΑ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ ΓΙΑ ΤΙΣ ΕΝΔΟΟΜΙΛΙΚΕΣ ΣΥΝΑΛΛΑΓΕΣ.
1. ΓΕΝΙΚΑ
2. ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ
3. ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ

4. ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΜΕΤΑΞΥ ΤΩΝ ΔΥΟ ΝΟΜΟΘΕΤΗΜΑΤΩΝ
4.1 ΥΠΟΧΡΕΟΙ ΣΥΝΤΑΞΗΣ ΚΑΙ ΥΠΟΒΟΛΗΣ « ΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ ΕΝΔΟΟΜΙΛΙΚΩΝ
ΣΥΝΑΛΛΑΓΩΝ».
4.2 ΥΠΟΧΡΕΟΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΣΥΝΤΑΞΗ ΤΟΥ ΦΑΚΕΛΛΟΥ « ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗΣ ΤΩΝ ΤΙΜΩΝ
4.3 ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ ΤΟΥ ΦΑΚΕΛΛΟΥ « ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗΣ ΤΩΝ ΤΙΜΩΝ »
4.4 ΕΛΕΓΧΟΜΕΝΑ ΕΙΔΗ ΣΥΝΑΛΛΑΓΩΝ
4.5 ΚΥΡΩΣΕΙΣ

III ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΩΝ ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΩΝ ΠΡΟΣΤΟ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΠΟΥ ΕΠΙΒΑΛΕΙ Η ΙΣΧΥΟΥΣΑ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ.
1. ΣΥΝΤΑΞΗ ΚΑΙ ΥΠΟΒΟΛΗ « ΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ ΕΝΔΟΟΜΙΛΙΚΩΝ ΣΥΝΑΛΛΑΓΩΝ »
1.1 ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ
1.2 Π ΡΟΘΕΣΜΙΕΣ ΥΠΟΒΟΛΗΣ
1.3 ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟΚΑΙ ΥΠΟΔΕΙΓΜΑ « ΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ ΕΝΔΟΟΜΙΛΙΚΩΝ ΣΥΝΑΛΛΑΓΩΝ
2. ΚΑΤΑΡΤΙΣΗ ΠΛΗΡΟΥΣ ΚΑΙ ΤΥΠΟΠΟΙΗΜΕΝΗ Σ ΜΕΛΕΤΗΣ ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗΣ
2.1 ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ
2.2 ΠΡΟΘΕΣΜΙΕΣ ΥΠΟΒΟΛΗΣ
2.3 ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟΤΩΝ «ΤΩΝ ΦΑΚΕΛΩΝ ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗΣ»

ΙV ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΜΟΙ

 

ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΣΥΝΔΕΔΕΜΕΝΕΣ.

I. ΥΠΟΧΡΕΩΣΗ ΣΥΝΤΑΞΗΣ ΚΑΙ ΥΠΟΒΟΛΗΣ « ΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ ΕΝΔΟΟΜΙΛΙΚΩΝ ΣΥΝΑΛΛΑΓΩΝ » ΕΩΣ 15 ΜΑΙΟΥ 2011 ΓΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΕΣ ΠΟΥ ΚΛΕΙΝΟΥΝ ΙΣΟΛΟΓΙΣΜΟ ΤΗΝ 31-12-2010.
Με βάση την παρ. 4 του άρθρου 26 του Ν. 3728/2008, οι εταιρίες οποιουδήποτε τύπου και μορφής που λειτουργούν στην Ελλάδα , για τις συναλλαγές τους με εταιρίες που είναι συνδεδεμένες κατά την έννοια του άρθρου 42ε του Κ.Ν. 2190/1920 (ενδοομιλικές συναλλαγές), πρέπει να είναι να υποβάλλουν, στο Υπουργείο Ανάπτυξης, εντός 4 μηνών και 15 ημερών από τη λήξη της διαχειριστικής τους  χρήσης, κατάσταση  στην οποία εμφανίζονται τα στοιχεία των ενδοομιλικών συναλλαγών τους. Λεπτομερής ανάλυση της ανωτέρω υποχρέωσης  , για την παράληψη εκπλήρωσης της οποίας προβλέπονται υψηλά πρόστιμα, γίνεται κατωτέρω στο Κεφ. III 1 : ΣΥΝΤΑΞΗ ΚΑΙ ΥΠΟΒΟΛΗ « ΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ ΕΝΔΟΟΜΙΛΙΚΩΝ ΣΥΝΑΛΛΑΓΩΝ» .

II. ΓΕΝΙΚΑ – ΙΣΧΥΟΥΣΑ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ ΓΙΑ ΤΙΣ ΕΝΔΟΟΜΙΛΙΚΕΣ ΣΥΝΑΛΛΑΓΕΣ.
1. ΓΕΝΙΚΑ

Υπάρχει παράλληλη ισχύς διαφορετικών ρυθμίσεων των δύο εμπλεκόμενων Υπουργείων  Ανάπτυξης  και Οικονομικών και επιπλέον δυνατότητα  διενέργειας ελέγχου ενδοομιλικών συναλλαγών και επιβολής προστίμων από τους  ελεγκτικούς μηχανισμούς και  των δύο ανωτέρω Υπουργείων .
Αρχικά, το πλαίσιο που διέπει τις ενδοομιλικές συναλλαγές, αποτελείτο από την νομοθεσία, που είχε θεσπιστεί από το Υπουργείο Ανάπτυξης (νυν Υπουργείο Περιφερειακής Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας) και έγινε με  το Νόμο 3728/2008, οποίος αποτελεί και το βασικό νομοθετικό κείμενο, το οποίο εξειδικεύει η απόφαση με Αριθμό Πρωτοκόλλου Α2- 8092  (ΦΕΚ 2709/Β/31-12-2008) και η ερμηνευτική εγκύκλιος με Αριθμό Πρωτοκόλλου Α2-2233/7.5.2009, καθώς και η απόφαση « Αριθμ. Α2-1225/7.6.2010 «Αντικατάσταση του άρθρου 8 (καταστάσεις ενδοομιλικών συναλλαγών) της με αρ. πρωτοκόλλου Α2-8092/31.12.2008 απόφασης».
Αντίστοιχα, όσον αφορά τη νομοθεσία που έχει θεσπιστεί από το Υπουργείο Οικονομικών, το βασικό νομοθετικό κείμενο είναι ο Κώδικας Φορολογίας Εισοδήματος (Ν.2238/1994, άρθρα 39 και 39Α ) όπως τροποποιήθηκαν από τους Ν. 3775/2009 και Ν.3842/2010.

Οι κανόνες για την τεκμηρίωση των ενδοομιλικών συναλλαγών (Transfer Pricing), τέθηκαν για τους εξής λόγους :
α) Στο πλαίσιο της συνεχούς προσπάθειας για την καταπολέμηση της τεχνητής ακρίβειας και σε συνέχεια δέσμης μέτρων που έχουν ληφθεί για την καλύτερη παρακολούθηση των τιμών αγοραπωλησίας προϊόντων, με σημείο αναφοράς στο κόστος αυτών (βλέπε και Α.Δ. 14/89 άρθρα 9 έως 20 επόμενα περί κανόνων κοστολόγησης των προϊόντων) καθώς και την ενίσχυση του υγιούς ανταγωνισμού και της διαφάνειας των συναλλαγών, εισάγεται με την προτεινόμενη ρύθμιση η διαδικασία τεκμηρίωσης τιμών στις συναλλαγές μεταξύ συνδεδεμένων επιχειρήσεων. Η διαδικασία αυτή ως στόχο έχει τον εντοπισμό τυχόν υπερτιμολογήσεων των ενδοομιλικών συναλλαγών που διογκώνει τεχνητά το κόστος των πωλούμενων προϊόντων και υπηρεσιών με συνέπεια την μείωση του μικτού κέρδους των επιχειρήσεων στην Ελλάδα, που εμφανίζει αναγκαία και δικαιολογημένη την αύξηση των τιμών πώλησης προς τους τελικούς καταναλωτές. Ενόψει αυτού, κρίνεται απαραίτητη η τεκμηρίωση των τιμών των ενδοομιλικών συναλλαγών με βάση τη διαδικασία που απορρέει από το Ψήφισμα του Συμβουλίου και των Αντιπροσώπων των Κυβερνήσεων των Κρατών Μελών για έναν κώδικα δεοντολογίας με θέμα την τεκμηρίωση των συνδεδεμένων επιχειρήσεων στην Ευρωπαϊκή Ένωση (2006/C 176/01). Όπως προκύπτει και από το πιο πάνω Ψήφισμα, η τεκμηρίωση των τιμών των ενδοομιλικών συναλλαγών πρέπει να εξετάζεται στο πλαίσιο των κατευθυντήριων γραμμών του ΟΟΣΑ (OECD Transfer Pricing Guidelines).
Τόσο ο ΟΟΣΑ όσο και η Ε.Ε. έχουν διατυπώσει κανόνες τεκμηρίωσης που πρέπει να ακολουθούνται από τους πολυεθνικούς ομίλους για την τεκμηρίωση της τιμολογιακής πολιτικής που ακολουθούν στις ενδοομιλικές συναλλαγές τους, αφού έχει διαπιστωθεί από έρευνες ότι η έλλειψη σαφούς πλαισίου τεκμηρίωσης είναι ένα από τα μεγαλύτερα θέματα που αντιμετωπίζουν οι συνδεδεμένες επιχειρήσεις για την τεκμηρίωση της τιμολογιακής πολιτικής τους και συνηθισμένο σημείο διενέξεων με τις φορολογικές αρχές. (Αποσπάσματα από την ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ του Ν. 3728/2008 – ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ )

β) Με σκοπό, αφ’ ενός την εναρμόνιση της εσωτερικής μας φορολογικής νομοθεσίας με τον Κώδικα Δεοντολογίας για την τεκμηρίωση των τιμών των ενδοομιλικών συναλλαγών των συνδεδεμένων επιχειρήσεων στην Ευρωπαϊκή Ένωση (Ψήφισμα του Συμβουλίου των αντιπροσώπων των κυβερνήσεων των κρατών – μελών, Επίσημη Εφημερίδα Ε.Ε. C 176/28.7.2006, σ. 1), και αφ’ ετέρου την υιοθέτηση των βασικών αρχών που περιλαμβάνονται στις Κατευθυντήριες Οδηγίες του Ο.Ο.Σ.Α για τις Ενδοομιλικές Τιμολογήσεις (Transfer Pricing Guidelines for Multinational Enterprises and Tax Administrations, ΟΟΣΑ 1995), οι οποίες παρέχουν γενικές κατευθύνσεις, σχετικά με τις τιμολογήσεις των ενδοομιλικών συναλλαγών των πολυεθνικών επιχειρήσεων, τη φορολόγηση αυτών, καθώς και τις διαδικασίες
συλλογής στοιχείων που δύνανται να ζητούν οι φορολογικές διοικήσεις από τις επιχειρήσεις για την τεκμηρίωση αυτών των συναλλαγών, στα πλαίσια φορολογικού ελέγχου, προκειμένου να καταστεί δυνατή η εφαρμογή κοινά αποδεκτών κανόνων και μεθόδων προσδιορισμού κερδών επί των ενδοομιλικών συναλλαγών και κατά συνέπεια να αντιμετωπισθούν προβλήματα διπλής φορολόγησης και φοροδιαφυγής. Οι υποχρεώσεις των ελληνικών επιχειρήσεων που συνδέονται με αλλοδαπές επιχειρήσεις να τηρούν τεκμηρίωση για τις μεταξύ τους διασυνοριακές συναλλαγές, επιβάλλονται, προκειμένου οι φορολογικές αρχές, σε περίπτωση ελέγχου, να έχουν την ευχέρεια να διαπιστώνουν εάν τηρείται η αρχή της ανοιχτής αγοράς (arm’s length principle), δηλ. ότι δεν έχουν προβλεφθεί ή επιβληθεί όροι διαφορετικοί από εκείνους που θα ίσχυαν μεταξύ ανεξάρτητων επιχειρήσεων.
Η αρχή της ανοιχτής αγοράς (ή «της ελεύθερης αγοράς» ή «των ίσων αποστάσεων», arm’s length principle), η οποία θεσπίζεται και στο άρθρο 9 του Προτύπου Φορολογικών Συμβάσεων του ΟΟΣΑ και στα αντίστοιχα άρθρα των διμερών Συμβάσεων Αποφυγής Διπλής Φορολογίας που έχει συνάψει η Ελλάδα, καθώς και στις Κατευθυντήριες Γραμμές του ΟΟΣΑ για τις Ενδοομιλικές Τιμολογήσεις, επιτάσσει, μεταξύ συνδεδεμένων επιχειρήσεων, να μην επικρατούν ή να συνομολογούνται όροι που να διαφέρουν από αυτούς που θα ίσχυαν μεταξύ ανεξάρτητων επιχειρήσεων.  (Αποσπάσματα από την ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ του Ν. 3775/2009 – ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ).

2. ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ

Με τον  Νόμο Υπ’ Αριθμ. 3728/2008 « Υπηρεσία Εποπτείας Αγοράς και άλλες διατάξεις» και ειδικότερα το άρθρο 26 « Κανόνες Τεκμηρίωσης Τιμών Ενδοομιλικών Συναλλαγών », προβλέπονται  τα εξής :
« 1. Εταιρείες που λειτουργούν με οποιονδήποτε τύπο και μορφή στην Ελλάδα υποχρεούνται να εφαρμόζουν στις συναλλαγές τους με τις εταιρείες που είναι συνδεδεμένες με αυτές κατά την έννοια του άρθρου 42ε του κ.ν. 2190/1920 (ενδοομιλικές συναλλαγές), όρους οι οποίοι να είναι ταυτόσημοι ή όμοιοι, σε κάθε δε περίπτωση να μην αποκλίνουν αναιτιολόγητα από τους όρους, οι οποίοι θα εφαρμόζονταν για τις ίδιες ή παρόμοιες συναλλαγές μεταξύ ανεξάρτητων επιχειρήσεων (αρχή των ίσων αποστάσεων).
2. Για τον έλεγχο της συμμόρφωσης με την υποχρέωση της προηγούμενης παραγράφου, οι υπόχρεες εταιρείες τεκμηριώνουν τις τιμές σε όλες τις ενδοομιλικές συναλλαγές τους με την κατάρτιση πλήρους και τυποποιημένης μελέτης τεκμηρίωσης τιμών, η οποία αποτελείται:
α) Όσον αφορά τους ομίλους, όπου η μητρική εταιρία είναι Ελληνική, από το «Βασικό Φάκελο Τεκμηρίωσης», ο οποίος περιέχει γενικές πληροφορίες για τον όμιλο, όπως ενδεικτικά είναι οι πληροφορίες για τις συνδεδεμένες εταιρίες και υποκαταστήματα του ομίλου, την τιμολογιακή πολιτική του ομίλου και τη μέθοδο τεκμηρίωσης του ΟΟΣΑ που ακολουθεί ο όμιλος στις ενδοομιλικές συναλλαγές του για την εφαρμογή της αρχής των ίσων αποστάσεων και
β) Όσον αφορά τις ημεδαπές θυγατρικές αλλοδαπών ομίλων και τις αλλοδαπές εταιρείες που λειτουργούν με οποιονδήποτε τύπο ή μορφή στην Ελλάδα, από τον «Ελληνικό Φάκελο Τεκμηρίωσης», ο οποίος περιέχει όλες τις απαραίτητες πληροφορίες για την τεκμηρίωση των τιμών των συναλλαγών της ελληνικής θυγατρικής ή του υποκαταστήματος με τις αλλοδαπές εταιρείες του ομίλου, όπως ενδεικτικά είναι οι πληροφορίες για την τιμολογιακή πολιτική του ομίλου και τη μέθοδο τεκμηρίωσης του ΟΟΣΑ που ακολουθεί ο όμιλος στις ενδοομιλικές συναλλαγές του για την εφαρμογή της αρχής των ίσων αποστάσεων.
Οι ανωτέρω φάκελοι τεκμηρίωσης ενημερώνονται υποχρεωτικά, όταν μεταβληθούν τα διαθέσιμα συγκριτικά στοιχεία της αγοράς ή τα στοιχεία των συναλλαγών τα οποία επηρεάζουν την αξιολόγηση της ακολουθούμενης ενδοομιλικής τιμολογιακής πολιτικής.
3. Για το σκοπό του ελέγχου της συμμόρφωσης των υπόχρεων εταιρειών με τις διατάξεις του παρόντος, ο Βασικός και ο Ελληνικός Φάκελος Τεκμηρίωσης, κατά περίπτωση, θα πρέπει να είναι διαθέσιμοι οποτεδήποτε ζητηθούν από τις αρμόδιες αρχές του Υπουργείου Ανάπτυξης εντός προθεσμίας τριάντα ημερών από την κοινοποίηση του σχετικού αιτήματος.
4. Οι υπόχρεες εταιρείες υποβάλλουν ετησίως στο Υπουργείο Ανάπτυξης εντός τεσσάρων μηνών και δεκαπέντε ημερών από τη λήξη της διαχειριστικής τους περιόδου, κατάσταση στην οποία εμφανίζονται τα στοιχεία των ενδοομιλικών συναλλαγών τους, ιδίως ο αριθμός και οι αξίες αυτών.
5. Από τις υποχρεώσεις του παρόντος άρθρου απαλλάσσονται:
α. Οι εταιρείες που λειτουργούν με οποιονδήποτε τύπο ή μορφή στην Ελλάδα και έχουν ετήσιο κύκλο εργασιών μέχρι του ποσού του ενός εκατομμυρίου (1.000.000) ευρώ. Η απαλλαγή αίρεται, αν μια εταιρεία υπερβεί το όριο του κύκλου εργασιών για δύο συνεχόμενες διαχειριστικές χρήσεις. Υποχρέωση δημιουργείται εκ νέου από την επόμενη διαχειριστική χρήση εκείνης που για δεύτερη συνεχή διαχειριστική χρήση ο ετήσιος κύκλος εργασιών υπερέβη το όριο του ενός εκατομμυρίου (1.000.000) ευρώ.
β. Οι συμβάσεις μεταξύ συνδεδεμένων εταιριών με αξία χαμηλότερη του ποσού των διακοσίων χιλιάδων (200.000) ευρώ ετησίως.
6. Σε περίπτωση μη τήρησης των υποχρεώσεων των παραγράφων 2 και 4 του παρόντος επιβάλλεται αυτοτελές πρόστιμο ίσο με δέκα τοις εκατό (10%) της αξίας των συναλλαγών για τις οποίες δεν τέθηκε στη διάθεση του ελέγχου ο οικείος φάκελος τεκμηρίωσης ή δεν υποβλήθηκαν εμπρόθεσμα οι προβλεπόμενες στην παράγραφο 4 καταστάσεις.
7. Η μη τήρηση των υποχρεώσεων της παραγράφου 1 του παρόντος τιμωρείται κατά τις παραγράφους 7 και 14 του άρθρου 30 του Αγορανομικού Κώδικα, όπως αυτός ισχύει.
8. Οι διατάξεις των άρθρων 3, 4, 5, 7,8, 10 και 11 του ν. 3668/2008 (σ.σ : Αναθεώρηση των διατάξεων περί κυρώσεων του ν.δ. 136/1946 «Περί Αγορανομικού Κώδικα» και άλλες διατάξεις. ) εφαρμόζονται ανάλογα και για την επιβολή των κυρώσεων των παραγράφων 6 και 7 του παρόντος άρθρου.
9. Εάν από το σχετικό έλεγχο των στοιχείων του φακέλου τεκμηρίωσης και των καταστάσεων που προβλέπονται στο παρόν άρθρο διαπιστώνεται παράβαση της υποχρέωσης της παραγράφου 1 του παρόντος, ενημερώνονται άμεσα οι αρμόδιες φορολογικές αρχές για την εφαρμογή των διατάξεων της φορολογικής νομοθεσίας και την επιβολή των προβλεπόμενων φορολογικών κυρώσεων.
10. Με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης ρυθμίζεται κάθε ειδικότερο ζήτημα που είναι αναγκαίο για την εφαρμογή του παρόντος, όπως, ιδίως, τα στοιχεία που πρέπει να περιέχουν ο «Βασικός Φάκελος Τεκμηρίωσης» και ο «Ελληνικός Φάκελος Τεκμηρίωσης», οι μέθοδοι που θα χρησιμοποιηθούν και η διαδικασία ελέγχου αυτών, καθώς και το ακριβές περιεχόμενο των καταστάσεων της παραγράφου 4. Επίσης με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης μπορούν να εξαιρούνται από την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος ορισμένες συναλλαγές.»

Για την διευκρίνιση των ανωτέρω διατάξεων έχουν εκδοθεί οι υπουργικές αποφάσεις, οι οποίες αναλύονται κατωτέρω.

3. ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ

Με το άρθρο 2, του  NOMOΥ ΥΠ ΑΡΙΘ. 3775/2009 « Κανόνες Τεκμηρίωσης Ενδοομιλικών Συναλλαγών, Κανόνες Υποκεφαλαιοδότησης Επιχειρήσεων, Διαδικασία Ταχείας Αδειοδότησης και άλλες διατάξεις », αντικαταστάθηκε το άρθρο το Άρθρο 39 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος, ( Ν. 2238/1994 ) και προστέθηκε Άρθρο με αριθμό 39Α, τα οποία αναφέρονται στην «Τεκμηρίωση τιμών ενδοομιλικών διασυνοριακών συναλλαγών», και τα οποία μετά τις τροποποιήσεις που επήλθαν με τον  Ν. 3842/2010 , έχουν ως εξής :
Αρθρο 39.
« 1. Όταν μεταξύ ημεδαπών επιχειρήσεων, οι οποίες συνδέονται κατά την έννοια της παραγράφου 3, πραγματοποιούνται πωλήσεις αγαθών ή παρέχονται υπηρεσίες με οικονομικούς όρους διαφορετικούς από εκείνους που θα είχαν συμφωνηθεί μεταξύ ανεξάρτητων επιχειρήσεων, τα κέρδη τα οποία, χωρίς τους όρους αυτούς, θα είχαν πραγματοποιηθεί από την επιχείρηση αλλά τελικά δεν πραγματοποιήθηκαν λόγω των ανωτέρω όρων, θεωρούνται κέρδος της επιχείρησης αυτής, με το οποίο προσαυξάνονται τα καθαρά της κέρδη, χωρίς να θίγεται το κύρος των βιβλίων και στοιχείων.
2. Όταν μεταξύ ημεδαπής και αλλοδαπής επιχείρησης οι οποίες συνδέονται κατά την έννοια της παραγράφου 3, πραγματοποιούνται πωλήσεις αγαθών ή παρέχονται υπηρεσίες με οικονομικούς όρους διαφορετικούς από εκείνους που θα είχαν συμφωνηθεί μεταξύ ανεξάρτητων επιχειρήσεων, τα κέρδη τα οποία, χωρίς τους όρους αυτούς, θα είχαν πραγματοποιηθεί από την ημεδαπή επιχείρηση αλλά τελικά δεν πραγματοποιήθηκαν λόγω των ανωτέρω όρων, θεωρούνται κέρδος της επιχείρησης αυτής, με το οποίο προσαυξάνονται τα καθαρά της κέρδη, χωρίς να θίγεται το κύρος των βιβλίων και στοιχείων.
3. Οι διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων εφαρμόζονται για τις επιχειρήσεις που συνδέονται με σχέση άμεσης ή έμμεσης ουσιώδους διοικητικής ή οικονομικής εξάρτησης ή ελέγχου, λόγω συμμετοχής της μιας στο κεφάλαιο ή τη διοίκηση της άλλης ή λόγω συμμετοχής των ιδίων προσώπων στο κεφάλαιο ή στη διοίκηση και των δύο επιχειρήσεων.
4. Η διαφορά κερδών που προκύπτει από τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2, προσαυξάνει τα ακαθάριστα έσοδα της επιχείρησης που προκύπτουν από τα βιβλία της, προκειμένου τα έσοδα αυτά να ληφθούν υπόψη για τον προσδιορισμό των φόρων, τελών και εισφορών.
5. Για τον έλεγχο της εφαρμογής της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου, οι ελεγχόμενες επιχειρήσεις υποχρεούνται να τηρούν τα στοιχεία τεκμηρίωσης τιμών ενδοομιλικών συναλλαγών που καθορίζονται με τις διατάξεις του άρθρου 39Α του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος.
6. Όταν από τον έλεγχο διαπιστώνεται ότι συντρέχει περίπτωση εφαρμογής των διατάξεων της παραγράφου 2, η υπόθεση παραπέμπεται από την αρμόδια ελεγκτική αρχή σε ειδική επιτροπή της περίπτωσης γ΄ της παραγράφου 4 του άρθρου 66 η οποία αποφαίνεται αιτιολογημένα, λαμβάνοντας υπόψη τις διεθνώς αποδεκτές κατευθυντήριες οδηγίες του ΟΟΣΑ για τις τιμές μεταβίβασης για πολυεθνικές επιχειρήσεις και φορολογικές αρχές, για τη συνδρομή των προϋποθέσεων της παραγράφου 2 του παρόντος και για το ύψος της προσαύξησης των κερδών ανά περίπτωση. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών ρυθμίζεται κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή της παραγράφου αυτής.
7. Σε βάρος των επιχειρήσεων για τις οποίες συντρέχει περίπτωση εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου αυτού, επιβάλλεται πρόστιμο που υπολογίζεται σε ποσοστό είκοσι τοις εκατό (20%) επί των επιπλέον καθαρών κερδών που προκύπτουν από τις διατάξεις του άρθρου αυτού. Το πρόστιμο αυτό επιβάλλεται ανεξάρτητα από την τυχόν επιβολή πρόσθετων φόρων, προσαυξήσεων και λοιπών κυρώσεων που προβλέπονται από τις διατάξεις που ισχύουν και καταβάλλεται εφάπαξ εντός του επόμενου μήνα από αυτόν εντός του οποίου γίνεται η βεβαίωση. Οι διατάξεις των άρθρων 69, 70, 71 και 74, καθώς και του άρθρου 9 του ν. 2523/1997 (ΦΕΚ 179 Α) έχουν εφαρμογή και για το πρόστιμο αυτό με εξαίρεση το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 6 του άρθρου 9 του ν. 2523/1997.
8. Οι διατάξεις του άρθρου αυτού έχουν εφαρμογή και για τα δικαιώματα ή τις αποζημιώσεις που καταβάλλονται μεταξύ ημεδαπών και αλλοδαπών επιχειρήσεων, εφόσον συνδέονται μεταξύ τους κατά την έννοια της παραγράφου 3, για τη χρησιμοποίηση τεχνικής βοήθειας, ευρεσιτεχνιών, σημάτων, σχεδίων, μυστικών βιομηχανικών μεθόδων και τύπων, πνευματικής ιδιοκτησίας και άλλων συναφών δικαιωμάτων, καθώς επίσης και για τα έξοδα διοικητικής υποστήριξης, οργάνωσης και αναδιοργάνωσης και τα μισθώματα κινητών ή ακινήτων. »
Στην ΠΟΛ.1135/4.10.2010 «Κοινοποίηση άρθρων του ν. 3842/2010 (ΦΕΚ 58 Α’)», Άρθρο 11, περ. 13, αναφέρονται τα εξής : « Με την παράγραφο 13 του άρθρου αυτού τροποποιείται το άρθρο 39 του Κ.Φ.Ε., σχετικά με τις υπερτιμολογήσεις και υποτιμολογήσεις μεταξύ συνδεδεμένων επιχειρήσεων. Περισσότερες διευκρινίσεις για το θέμα αυτό πρόκειται να δοθούν με ειδικότερη εγκύκλιο, αφού ολοκληρωθεί η συνεργασία με συναρμόδιες υπηρεσίες και Υπουργεία.»
Άρθρο 39Α.
« 1. Ημεδαπή επιχείρηση, που λειτουργεί με οποιονδήποτε τύπο και μορφή στην Ελλάδα και συνδέεται με αλλοδαπή επιχείρηση κατά την έννοια της παραγράφου 3 του άρθρου 39 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος, υποχρεούται σε παροχή στοιχείων και πληροφοριών τεκμηρίωσης των τιμών των μεταξύ τους συναλλαγών για τον έλεγχο των προϋποθέσεων των παραγράφων 2 και 8 του προηγούμενου άρθρου.
2. Ημεδαπή επιχείρηση, μέλος ομίλου πολυεθνικών επιχειρήσεων, μπορεί να εκπληρώνει την υποχρέωση τεκμηρίωσης των τιμών των ενδοομιλικών συναλλαγών της μέσω της τήρησης «φακέλου τεκμηρίωσης», ο οποίος αποτελείται από:
α. Το «βασικό» φάκελο τεκμηρίωσης, ο οποίος είναι κοινός για όλες τις εταιρείες του ομίλου και περιέχει κοινές τυποποιημένες πληροφορίες για όλες τις συνδεδεμένες εταιρείες και τα υποκαταστήματα του ομίλου. Ο «βασικός φάκελος» περιλαμβάνει:
αα) γενική περιγραφή της επιχείρησης και της στρατηγικής της, καθώς και της οργανωτικής, νομικής και λειτουργικής δομής του ομίλου,
ββ) γενική περιγραφή των συνδεδεμένων εταιρειών του ομίλου, που συμμετέχουν σε ελεγχόμενες συναλλαγές, καθώς και των συναλλαγών αυτών,
γγ) γενική περιγραφή των επιτελούμενων λειτουργιών και των κινδύνων που αντιμετωπίζονται, καθώς και των αλλαγών που μπορεί να επέρχονται,
δδ) πληροφορίες σχετικά με την ιδιοκτησία άυλων περιουσιακών στοιχείων και την πληρωμή ή είσπραξη δικαιωμάτων,
εε) περιγραφή της τιμολογιακής πολιτικής και της μεθόδου που ακολουθεί ο όμιλος προκειμένου να καθορίσει τις τιμές των ενδοομιλικών συναλλαγών του,
στστ) κατάλογο συμφωνιών κατανομής κόστους, συμφωνιών προκαθορισμένων τιμολογήσεων και δικαστικών αποφάσεων που αφορούν τα μέλη του ομίλου, σχετικά με τον καθορισμό των τιμών των συναλλαγών τους και
ζζ) έγγραφη δήλωση κάθε επιχείρησης μέλους του ομίλου για παροχή συμπληρωματικών πληροφοριών.
β. Τον «ελληνικό φάκελο τεκμηρίωσης», ο οποίος συμπληρώνει το «βασικό φάκελο» της περίπτωσης α΄ της παρούσας παραγράφου και περιέχει πρόσθετες πληροφορίες, σχετικά με τις ελληνικές επιχειρήσεις του ομίλου, όπως λεπτομερή περιγραφή της επιχείρησης και της στρατηγικής της, πληροφορίες για τις ελεγχόμενες συναλλαγές, συγκριτικές αναλύσεις, πληροφορίες για τη μέθοδο που ακολουθεί η επιχείρηση για τον καθορισμό των τιμών των ενδοομιλικών συναλλαγών της και για εσωτερικά και/ή εξωτερικά συγκριτικά στοιχεία, καθώς και περιγραφή της τιμολογιακής πολιτικής του ομίλου.
3. Η τεκμηρίωση των παραγράφων 1 και 2 εφαρμόζεται ανάλογα και στις μόνιμες εγκαταστάσεις που διατηρούν στην Ελλάδα αλλοδαπές επιχειρήσεις μέλη πολυεθνικών ομίλων ή που διατηρούν στην αλλοδαπή ελληνικές επιχειρήσεις μέλη πολυεθνικών ομίλων.
4. Οι επιχειρήσεις, των οποίων τα ακαθάριστα έσοδα δεν υπερβαίνουν το όριο για ένταξη στην τρίτη κατηγορία του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων (Π.Δ. 186/1992, ΦΕΚ 84 Α’), σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παράγραφο 7 του άρθρου 4 αυτού, τηρούν απλούστερη και περιορισμένη τεκμηρίωση. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καθορίζονται τα στοιχεία που συνιστούν το περιεχόμενο της τεκμηρίωσης και κάθε άλλη λεπτομέρεια για την εφαρμογή της παρούσας παραγράφου.
5. Από την υποχρέωση τεκμηρίωσης συναλλαγών των παραγράφων 1, 2, 3 και 4 εξαιρούνται οι συναλλαγές μεταξύ των ιδίων επιχειρήσεων με το ίδιο αντικείμενο όταν το συνολικό ύψος αυτών δεν υπερβαίνει το ποσό των εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ ετησίως.
6. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καθορίζονται τα ειδικότερα θέματα τα οποία είναι αναγκαία για την εφαρμογή των διατάξεων των προηγούμενων παραγράφων, και ειδικότερα τα στοιχεία και οι πληροφορίες που τηρούν οι ημεδαπές επιχειρήσεις για την τεκμηρίωση των συναλλαγών των παραγράφων 1,2,3 και 4, το περιεχόμενο των πληροφοριών που τηρούνται και αφορούν τις συνδεδεμένες επιχειρήσεις του ομίλου, το υποχρεωτικό περιεχόμενο του «φακέλου τεκμηρίωσης» της παραγράφου 2, οι ειδικότεροι κανόνες εφαρμογής τους, η γλώσσα στην οποία τηρούνται οι ως άνω πληροφορίες, οι μέθοδοι, τρόποι και διαδικασίες προσδιορισμού των τιμών των συναλλαγών αυτών, καθώς και κάθε άλλη σχετική λεπτομέρεια που είναι αναγκαία για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος άρθρου. Κατά την έκδοση της απόφασης του προηγούμενου εδαφίου, για τις ανάγκες του σχετικού φορολογικού ελέγχου, λαμβάνεται οπωσδήποτε υπόψη το περιεχόμενο των φακέλων τεκμηρίωσης που προβλέπονται στο άρθρο 26 του ν. 3728/2008 (ΦΕΚ 258 Α’).
7. Τα στοιχεία τεκμηρίωσης των παραγράφων 1, 2, 3 και 4 που τηρούν οι ημεδαπές επιχειρήσεις, τίθενται στη διάθεση της αρμόδιας φορολογικής αρχής στα πλαίσια ελέγχου, εντός εύλογου χρόνου, που ορίζεται με σημείωμα της αρχής αυτής και σε κάθε περίπτωση εντός τριάντα (30) ημερών από την ημερομηνία κοινοποιήσεως του σημειώματος της φορολογικής αρχής.
Αν κατά το φορολογικό έλεγχο διαπιστωθεί η μη τήρηση ή ελλιπής τήρηση των στοιχείων ή αν τα στοιχεία τεκμηρίωσης αυτά δεν τεθούν στη διάθεση της φορολογικής αρχής μέσα στην προθεσμία που ορίζεται στο προηγούμενο εδάφιο, επιβάλλεται ειδικό πρόστιμο ίσο με το είκοσι τοις εκατό (20%) της αξίας των συναλλαγών για τις οποίες δεν τηρήθηκαν ή τηρήθηκαν ελλιπώς ή δεν τέθηκαν υπόψη της φορολογικής αρχής τα στοιχεία τεκμηρίωσης.
Για το παραπάνω ειδικό πρόστιμο εφαρμόζονται ανάλογα οι διατάξεις του άρθρου 9 του ν. 2523/1997, ως κύρια δε φορολογία νοείται η φορολογία εισοδήματος. Το ανωτέρω ειδικό πρόστιμο επιβάλλεται ανεξάρτητα αν συντρέχουν και λόγοι επιβολής των λοιπών κυρώσεων του άρθρου 5 του ν. 2523/1997.
8. Τα στοιχεία τεκμηρίωσης των παραγραφών 1, 2, 3 και 4 διατηρούνται όσο διαρκεί ο εκάστοτε οριζόμενος από τις σχετικές φορολογικές διατάξεις χρόνος παραγραφής του δικαιώματος του Δημοσίου για επιβολή φόρου. Τα στοιχεία αυτά διατηρούνται οπωσδήποτε όσο χρόνο εκκρεμεί η σχετική υπόθεση ενώπιον των αρμόδιων Διοικητικών Δικαστηρίων.
9. Για τα στοιχεία τεκμηρίωσης των παραγράφων 1,2, 3 και 4 του παρόντος επιβάλλεται υποχρέωση επικαιροποίησης, έτσι ώστε να ανταποκρίνονται πάντοτε στις εκάστοτε επικρατούσες τιμές μεταξύ των υπόχρεων επιχειρήσεων.
10. Όσοι λαμβάνουν γνώση των στοιχείων της τεκμηρίωσης του παρόντος άρθρου, υποχρεούνται να τηρούν και να διαφυλάσσουν το απόρρητο αυτών, κατά τις κείμενες διατάξεις. »
Σύμφωνα με το άρθρο 2, του NOMOΥ ΥΠ ΑΡΙΘ. 3775/2009 : « Οι διατάξεις του Άρθρου αυτού εφαρμόζονται για συναλλαγές που πραγματοποιούνται σε διαχειριστικές περιόδους για τις οποίες η υποχρέωση υποβολής δήλωσης φορολογίας εισοδήματος γεννάται από 1.1.2011 και μετά.». Δηλαδή ισχύει για επιχειρήσεις που κλείνουν τη διαχειριστική τους χρήση από 31 Αυγούστου 2010 και μετά.

4. ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΜΕΤΑΞΥ ΤΩΝ ΔΥΟ ΝΟΜΟΘΕΤΗΜΑΤΩΝ
Καταρχήν πρέπει να σημειωθεί ότι οι ρυθμίσεις του υπουργείου Ανάπτυξης ( Ν..3728/2008 ) , εφαρμόζονται παράλληλα με τις σχετικές διατάξεις περί «υπερτιμολόγησεων ή υποτιμολόγησεων» του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος  ( άρθρα 39 και 39Α, του Ν. 2238/1994). Δηλαδή εξακολουθεί να υφίσταται η υποχρέωση τεκμηρίωσης τιμών ενδοομιλικών συναλλαγών και για σκοπούς ελέγχου από το Υπουργείο Ανάπτυξης .

4.1   ΥΠΟΧΡΕΟΙ ΣΥΝΤΑΞΗΣ ΚΑΙ ΥΠΟΒΟΛΗΣ « ΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ ΕΝΔΟΟΜΙΛΙΚΩΝ ΣΥΝΑΛΛΑΓΩΝ ».
Η υποχρέωση αυτή πηγάζει  μόνο τον Ν. 3728/2008 και υποβάλεται στο Υπουργείο Ανάπτυξης.

4.2  ΥΠΟΧΡΕΟΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΣΥΝΤΑΞΗ ΤΟΥ ΦΑΚΕΛΛΟΥ « ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗΣ ΤΩΝ ΤΙΜΩΝ »
Με βάση τον Ν.  3728/2008 Οι εταιρίες οποιουδήποτε τύπου και μορφής που λειτουργούν στην Ελλάδα ,για τις συναλλαγές τους με εταιρίες που είναι συνδεδεμένες κατά την έννοια του άρθρου 42ε του Κ.Ν. 2190/1920.
Απαλλαγές ( αφορούν το «Φάκελο Τεκμηρίωσης » :

  • α. Οι εταιρείες που λειτουργούν με οποιονδήποτε τύπο ή μορφή στην Ελλάδα και έχουν ετήσιο κύκλο εργασιών μέχρι του ποσού του ενός εκατομμυρίου (1.000.000) ευρώ. Η απαλλαγή αίρεται, αν μια εταιρεία υπερβεί το όριο του κύκλου εργασιών για δύο συνεχόμενες διαχειριστικές χρήσεις. Υποχρέωση δημιουργείται εκ νέου από την επόμενη διαχειριστική χρήση εκείνης που για δεύτερη συνεχή διαχειριστική χρήση ο ετήσιος κύκλος εργασιών υπερέβη το όριο του ενός εκατομμυρίου (1.000.000) ευρώ ( παρ. 5, περ. α΄ , άρθρο 26 , του Ν. 3728/2008 ).
  • β. Οι συμβάσεις μεταξύ συνδεδεμένων εταιριών με αξία χαμηλότερη του ποσού των διακοσίων χιλιάδων (200.000) ευρώ ετησίως. Ως συμβάσεις νοούνται και οι προφορικές συμφωνίες μεταξύ των επιχειρήσεων, όπως αποδεικνύονται από σχετικές εγγραφές στα βιβλία ή τιμολόγια και άλλα φορολογικά στοιχεία ( παρ. 5, περ. α΄ , άρθρο 26 , του Ν. 3728/2008 και παρ. 4, περ. β΄ , άρθρο 1 της απόφασης με    Αριθμ.Πρωτ. Α2-8092/31.12.2008 ).
  • γ. Σε σχέση με συμβάσεις που συνομολογούν με φυσικά πρόσωπα που δε λειτουργούν ως επιχειρηματίες  ( παρ. 4, περ. α΄ , άρθρο 1 της απόφασης με  Αριθμ.Πρωτ. Α2-8092/31.12.2008 ).
  • δ. Όταν αντικείμενο των συναλλαγών τους είναι μετοχές, εταιρικές μερίδες ή μερίδια ( παρ. 4, περ. δ΄ , άρθρο 1 της απόφασης με    Αριθμ. Πρωτ. Α2-8092/31.12.2008 ).
  • ε. Για μεταβιβάσεις κυριότητας και λοιπών εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί ακινήτων. ( παρ. 4, περ. ε΄ , άρθρο 1 της απόφασης με    Αριθμ. Πρωτ. Α2-8092/31.12.2008 ).
  • στ. Οι ημεδαπές ή αλλοδαπές εταιρίες που έχουν υπαχθεί στις διατάξεις των άρθρων 27 επ. (Κεφ. ΣΤ΄) του Ν.3427/2005 (ΦΕΚ Α΄ 312/27-12-2005) περί τροποποίησης, αντικατάστασης και συμπλήρωσης των διατάξεων του Α.Ν. 89/1967 «Περί εγκαταστάσεως στην Ελλάδα αλλοδαπών εμποροβιομηχανικών εταιριών» . ( παρ. 4, περ. στ΄ , άρθρο 1 της απόφασης με    Αριθμ. Πρωτ. Α2-8092/31.12.2008 ).
  • ζ. Οι κοινοπρακτικά συνδεόμενες εταιρείες δε νοούνται ότι μετέχουν σε ενδοομιλική συναλλαγή στα πλαίσια της σύμβασης της κοινοπραξίας. ( παρ. 6, της απόφασης με    Αριθμ. Πρωτ. Α2-2233/7.5.2009).
  • η. Δεν εμπίπτει στην έννοια των ενδοομιλικών συναλλαγών, κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου, η προικοδότηση υποκαταστήματος από το κεντρικό του. ( παρ. 7, της απόφασης με    Αριθμ. Πρωτ. Α2-2233/7.5.2009).

Με βάση τον Ν. 3775/2009, όπως αυτός τροποποιήθηκε και κωδικοποιήθηκε στα άρθρα 39 και 39Α του Ν.  2238/1994  .
Ημεδαπή επιχείρηση, που λειτουργεί με οποιονδήποτε τύπο και μορφή στην Ελλάδα και συνδέεται με αλλοδαπή επιχείρηση με σχέση άμεσης ή έμμεσης ουσιώδους διοικητικής ή οικονομικής εξάρτησης ή ελέγχου, λόγω συμμετοχής της μιας στο κεφάλαιο ή τη διοίκηση της άλλης ή λόγω συμμετοχής των ιδίων προσώπων στο κεφάλαιο ή στη διοίκηση και των δύο επιχειρήσεων ( άρθρο 39Α ΠΑΡ.1 ).
Απαλλαγές :

  • α)  Οι επιχειρήσεις, των οποίων τα ακαθάριστα έσοδα δεν υπερβαίνουν το όριο για ένταξη στην τρίτη κατηγορία του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων (Π.Δ. 186/1992, ΦΕΚ 84 Α’), σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παράγραφο 7 του άρθρου 4 αυτού, τηρούν απλούστερη και περιορισμένη τεκμηρίωση. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καθορίζονται τα στοιχεία που συνιστούν το περιεχόμενο της τεκμηρίωσης και κάθε άλλη λεπτομέρεια για την εφαρμογή της παρούσας παραγράφου.
  • β) . Από την υποχρέωση τεκμηρίωσης συναλλαγών, εξαιρούνται οι συναλλαγές μεταξύ των ιδίων επιχειρήσεων με το ίδιο αντικείμενο όταν το συνολικό ύψος αυτών δεν υπερβαίνει το ποσό των εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ ετησίως.

Σχόλια
Υποχρέωση της σύνταξης φακέλου τεκμηρίωσης έχουν σύμφωνα με το Ν. 3728/2008  και Εταιρείες που ανήκουν σε Ελληνικό όμιλο και Εταιρείες που ανήκουν σε Πολυεθνικό Όμιλο, ενώ σύμφωνα με το Ν. 2238/1994,   την υποχρέωση αυτή έχουν μόνο Εταιρείες που ανήκουν σε Πολυεθνικό Όμιλο.
Προσοχή , όμως πρέπει να δοθεί στο εξής : Σύμφωνα με την παρ. 1, του άρθρου 39 του Ν. 2238/2002, όταν μεταξύ ημεδαπών επιχειρήσεων, οι οποίες συνδέονται σχέση άμεσης ή έμμεσης ουσιώδους διοικητικής ή οικονομικής εξάρτησης ή ελέγχου, λόγω συμμετοχής της μιας στο κεφάλαιο ή τη διοίκηση της άλλης ή λόγω συμμετοχής των ιδίων προσώπων στο κεφάλαιο ή στη διοίκηση και των δύο επιχειρήσεων, πραγματοποιούνται πωλήσεις αγαθών ή παρέχονται υπηρεσίες με οικονομικούς όρους διαφορετικούς από εκείνους που θα είχαν συμφωνηθεί μεταξύ ανεξάρτητων επιχειρήσεων, τα κέρδη τα οποία, χωρίς τους όρους αυτούς, θα είχαν πραγματοποιηθεί από την επιχείρηση αλλά τελικά δεν πραγματοποιήθηκαν λόγω των ανωτέρω όρων, θεωρούνται κέρδος της επιχείρησης αυτής, με το οποίο προσαυξάνονται τα καθαρά της κέρδη, χωρίς να θίγεται το κύρος των βιβλίων και στοιχείων. ( Δηλαδή πρέπει να τηρείται  και μεταξύ των συνδεδεμένων ημεδαπών επιχειρήσεων η πολιτική «των ίσων αποστάσεων», αλλά δεν υποχρεούνται στην σύνταξη « φακέλου τεκμηρίωσης», από τον Νόμο αυτό . )

4.3   ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ ΤΟΥ ΦΑΚΕΛΛΟΥ « ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗΣ ΤΩΝ ΤΙΜΩΝ »
Με βάση τον Ν.  3728/ 2008
Κατάρτιση πλήρους και τυποποιημένης μελέτης τεκμηρίωσης τιμών, η οποία αποτελείται:

α) Όσον αφορά τους ομίλους, όπου η μητρική εταιρία είναι Ελληνική, από το «Βασικό Φάκελο Τεκμηρίωσης».
β) Όσον αφορά τις ημεδαπές θυγατρικές αλλοδαπών ομίλων και τις αλλοδαπές εταιρείες που λειτουργούν με οποιονδήποτε τύπο ή μορφή στην Ελλάδα, από τον «Ελληνικό Φάκελο Τεκμηρίωσης».
Με βάση τον Ν. 3775/2009, όπως αυτός τροποποιήθηκε και κωδικοποιήθηκε στα άρθρα 39 και 39Α του Ν.  2238/1994  .
Τήρηση «φακέλου τεκμηρίωσης», ο οποίος αποτελείται από:
α. Το «βασικό» φάκελο τεκμηρίωσης, ο οποίος είναι κοινός για όλες τις εταιρείες του ομίλου και περιέχει κοινές τυποποιημένες πληροφορίες για όλες τις συνδεδεμένες εταιρείες και τα υποκαταστήματα του ομίλου.
β. Τον «ελληνικό φάκελο τεκμηρίωσης», ο οποίος συμπληρώνει το «βασικό φάκελο» της περίπτωσης α΄ της παρούσας παραγράφου και περιέχει πρόσθετες πληροφορίες, σχετικά με τις ελληνικές επιχειρήσεις του ομίλου.
Σχόλια
Στην ουσία πρόκειται για απαίτηση σύνταξης και υποβολής όμοιων στοιχείων με διαφορετική διάρθρωση φακέλου. Σύμφωνα με την παρ. 6, του άρθρου 39 του Ν. 2238/2002, αναμένεται σχετική υπουργική απόφαση, με την οποία, θα καθορίζονται τα ειδικότερα θέματα τα οποία είναι αναγκαία για την εφαρμογή των διατάξεων .

4.4    ΕΛΕΓΧΟΜΕΝΑ ΕΙΔΗ ΣΥΝΑΛΛΑΓΩΝ

Με βάση τον Ν.  3728/2008
Με βάση την απόφαση ( παρ. 11, της απόφασης με    Αριθμ. Πρωτ. Α2-2233/7.5.2009)., περιλαμβάνονται οι εξής συναλλαγές:
-αγορά ή πώληση αγαθών (εμπορευμάτων, προϊόντων, πρώτων και βοηθητικών υλών, κλπ),
-λήψη ή παροχή υπηρεσιών (συμπεριλαμβανομένων των μισθωμάτων κινητών και ακινήτων),
– λήψη ή παροχή δικαιωμάτων ή άλλων άυλων περιουσιακών στοιχείων και
-χρηματοοικονομικών συναλλαγών (δάνεια, αλληλόχρεοι δοσοληπτικοί λογαριασμοί, προθεσμιακές καταθέσεις, κλπ).
Με βάση τον Ν. 3775/2009, όπως αυτός τροποποιήθηκε και κωδικοποιήθηκε στα άρθρα 39 και 39Α του Ν.  2238/1994 περιλαμβάνονται οι εξής συναλλαγές:
-πωλήσεις αγαθών ή παροχή υπηρεσιών ( άρθρο 39, παρ.2 )
-χρησιμοποίηση τεχνικής βοήθειας, ( άρθρο 39, παρ.8 )
-ευρεσιτεχνιών, σημάτων, σχεδίων, μυστικών βιομηχανικών μεθόδων και τύπων, πνευματικής ιδιοκτησίας και άλλων συναφών δικαιωμάτων, ( άρθρο 39, παρ.8 )
-έξοδα διοικητικής υποστήριξης, οργάνωσης και αναδιοργάνωσης και
-μισθώματα κινητών ή ακινήτων. ( άρθρο 39, παρ.8 )
Σχόλια
Με βάση τα όσα αναφέρονται στο Άρθρο 39  του Ν. 2238/1994, δεν προκύπτει η  υποχρέωση τεκμηρίωσης χρηματοοικονομικών συναλλαγών,(  δάνεια, αλληλόχρεοι δοσοληπτικοί λογαριασμοί, προθεσμιακές καταθέσεις, κλπ),  .
Σημειώνουμε επίσης, ότι με βάση το άρθρο 31 του Ν. 2238/1994, παρ. δ, περ. δδ. Ισχύουν τα εξής : « Εξαιρούνται ( από την έκπτωση ) : …………δδ) οι δεδουλευμένοι τόκοι δανείου που καταβάλλονται ή πιστώνονται σε συνδεδεμένη επιχείρηση κατά την έννοια της παραγράφου 3 του άρθρου 39 κατά το μέρος που το συνολικό ύψος δανείων από τις εν λόγω επιχειρήσεις υπερβαίνει κατά μέσο όρο και κατά διαχειριστική περίοδο το τριπλάσιο των ιδίων κεφαλαίων της. …………………»

4.5      ΚΥΡΩΣΕΙΣ
Με βάση τον Ν.3728/2008 ( άρθρο 11 της απόφασης με    Αριθμ. Πρωτ. Α2-8092/31.12.2008 ).
1. Στους παραβάτες των διατάξεων των παραγράφων 2 και 4 του άρθρου 26 του Ν. 3728/2008, επιβάλλεται με αιτιολογημένη απόφαση του Ειδικού Γραμματέα, ως προϊσταμένου της Υπηρεσίας Εποπτείας Αγοράς, αυτοτελές χρηματικό πρόστιμο, ίσο με το 10% της αξίας των συναλλαγών, για τις οποίες δεν τέθηκε στην διάθεση του ελέγχου ο οικείος φάκελος τεκμηρίωσης ή δεν υποβλήθηκαν εμπρόθεσμα οι προβλεπόμενες στην παράγραφο 4 του άρθρου 26 του Ν.3728/2008 καταστάσεις.
2. Στους παραβάτες των διατάξεων της παραγράφου 1 του άρθρου 26 του Ν. 3728/2008, επιβάλλεται με αιτιολογημένη απόφαση του Ειδικού Γραμματέα ως προϊσταμένου της Υπηρεσίας Εποπτείας Αγοράς, χρηματικό πρόστιμο 5.000 ευρώ, πέραν των ποινικών κυρώσεων, πού θα επιβάλλονται για την παράβαση των διατάξεων αυτών, όπως προβλέπονται από το άρθρο 30 του Αγορανομικού Κώδικα, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει.
3. Ειδικά για την περίπτωση αυτή ενημερώνονται άμεσα οι αρμόδιες φορολογικές αρχές, με την αποστολή του σχετικού φακέλου στην αρμόδια για την φορολογία Δ.Ο.Υ. της ελεγχόμενης εταιρίας, για την εφαρμογή των διατάξεων της φορολογικής νομοθεσίας και την επιβολή των προβλεπομένων φορολογικών κυρώσεων .

Με βάση τον Ν. 3775/2009, όπως αυτός τροποποιήθηκε και κωδικοποιήθηκε στα άρθρα 39 και 39Α του Ν.2238/1994  .
1. Αν κατά το φορολογικό έλεγχο διαπιστωθεί η μη τήρηση ή ελλιπής τήρηση των στοιχείων ή αν τα στοιχεία τεκμηρίωσης αυτά δεν τεθούν στη διάθεση της φορολογικής αρχής μέσα στην προθεσμία που ορίζεται στο προηγούμενο εδάφιο, επιβάλλεται ειδικό πρόστιμο ίσο με το είκοσι τοις εκατό (20%) της αξίας των συναλλαγών για τις οποίες δεν τηρήθηκαν ή τηρήθηκαν ελλιπώς ή δεν τέθηκαν υπόψη της φορολογικής αρχής τα στοιχεία τεκμηρίωσης.
Για το παραπάνω ειδικό πρόστιμο εφαρμόζονται ανάλογα οι διατάξεις του άρθρου 9 του ν. 2523/1997, ως κύρια δε φορολογία νοείται η φορολογία εισοδήματος. Το ανωτέρω ειδικό πρόστιμο επιβάλλεται ανεξάρτητα αν συντρέχουν και λόγοι επιβολής των λοιπών κυρώσεων του άρθρου 5 του ν. 2523/1997. (άρθρο 39Α , παρ.7 )
2.Σε βάρος των επιχειρήσεων για τις οποίες συντρέχει περίπτωση εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 39, επιβάλλεται πρόστιμο που υπολογίζεται σε ποσοστό είκοσι τοις εκατό (20%) επί των επιπλέον καθαρών κερδών που προκύπτουν από τις διατάξεις του άρθρου αυτού. Το πρόστιμο αυτό επιβάλλεται ανεξάρτητα από την τυχόν επιβολή πρόσθετων φόρων, προσαυξήσεων και λοιπών κυρώσεων που προβλέπονται από τις διατάξεις που ισχύουν και καταβάλλεται εφάπαξ εντός του επόμενου μήνα από αυτόν εντός του οποίου γίνεται η βεβαίωση. Οι διατάξεις των άρθρων 69, 70, 71 και 74, καθώς και του άρθρου 9 του ν. 2523/1997 (ΦΕΚ 179 Α) έχουν εφαρμογή και για το πρόστιμο αυτό με εξαίρεση το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 6 του άρθρου 9 του ν. 2523/1997 (άρθρο 39 , παρ.7 )
Σχόλια
Οι παραβάσεις των επιχειρήσεων, που επισύρουν τα ανωτέρω προβλεπόμενα  πρόστιμα του Υπουργείου Οικονομικών και του Υπουργείου Ανάπτυξης αποτελούν ξεχωριστές, μεταξύ τους παραβάσεις .

III. ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΩΝ ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΩΝ ΠΡΟΣ ΤΟ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΠΟΥ ΕΠΙΒΑΛΕΙ Η ΙΣΧΥΟΥΣΑ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ.
1.  ΣΥΝΤΑΞΗ ΚΑΙ ΥΠΟΒΟΛΗ « ΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ ΕΝΔΟΟΜΙΛΙΚΩΝ ΣΥΝΑΛΛΑΓΩΝ »
1.1 ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ

Οι εταιρίες οποιουδήποτε τύπου και μορφής που λειτουργούν στην Ελλάδα ,για τις συναλλαγές τους με εταιρίες που είναι συνδεδεμένες κατά την έννοια του άρθρου 42ε του Κ.Ν. 2190/1920 (ενδοομιλικές συναλλαγές), πρέπει να εφαρμόζουν όρους οι οποίοι να είναι ταυτόσημοι ή όμοιοι με αυτούς που θα εφαρμόζονταν για τις ίδιες ή παρόμοιες συναλλαγές μεταξύ ανεξαρτήτων Επιχειρήσεων (αρχή των ίσων αποστάσεων).
Στη διάταξη αυτή εμπίπτουν οι ημεδαπές Ανώνυμες Εταιρίες και Εταιρίες Περιορισμένης Ευθύνης, οι ομόρρυθμες και ετερόρρυθμες εταιρίες, οι κοινωνίες αστικού δικαίου που ασκούν επιχείρηση ή επάγγελμα, οι αστικές κερδοσκοπικές ή μη εταιρίες, οι συμμετοχικές ή αφανείς, οι κοινοπραξίες της παρ. 2 του άρθρου 2 του Π.Δ. 186/1992 (Κώδικας Βιβλίων και Στοιχείων), οι συνεταιρισμοί που έχουν συσταθεί νόμιμα και ενώσεις αυτών, οι δημόσιες, δημοτικές και κοινωνικές επιχειρήσεις και εκμεταλλεύσεις κερδοσκοπικού χαρακτήρα, οι αλλοδαπές επιχειρήσεις που λειτουργούν με οποιονδήποτε τύπο εταιρίας μέσω μόνιμης εγκατάστασης στην Ελλάδα κατά την έννοια των διατάξεων του Άρθρου 100 παρ. 1 του Ν. 2238/94 (Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος Φυσικών και Νομικών Προσώπων) ή των οικείων Διμερών Συμβάσεων για την αποφυγή της Διπλής Φορολογίας μεταξύ της Ελλάδας και της Χώρας στην οποία η επιχείρηση έχει την έδρα τους, όπου υπάρχει τέτοια Σύμβαση. ( άρθρο 1 της απόφασης με  Αριθμ. Πρωτ. Α2-8092/31.12.2008 ).
Με την υπ΄ Αριθμ.Πρωτ. Α2-2233/7.5.2009, του Υπουργείου  Ανάπτυξης,  με θέμα: «Ερμηνευτική εγκύκλιος σχετικά με την επιβολή Κανόνων Τεκμηρίωσης Τιμών Ενδοομιλικών Συναλλαγών σύμφωνα με το Άρθρο 26 του Ν.3728/2008 και την Απόφαση Α2-8092/31.12.2008 (ΦΕΚ 2709 Β΄) του Υπουργού Ανάπτυξης» ( παρ.4 έως 10 ), ισχύουν τα εξής  :

« Σχετικά με το ερώτημα ποιες είναι οι υπόχρεες εταιρείες για τεκμηρίωση τιμών συναλλαγών και την έννοια των συνδεδεμένων με αυτές επιχειρήσεων σύμφωνα με τις διατάξεις του Άρθρου 42ε του ΚΝ.2190/1920, πέρα από τα αναφερόμενα στο άρθρο 1 της Υ.Α. Α2-8092/31-12-2008, επισημαίνουμε τα εξής :
Ο ορισμός των συνδεδεμένων επιχειρήσεων δίνεται από την παράγραφο 5 του άρθρου 42ε του Ν. 2190/1920 «Περί Ανωνύμων Εταιρειών» σε συνδυασμό με το άρθρο 96 παρ. 1 του ίδιου νόμου. Επισημαίνεται ότι στο πλαίσιο του Ν. 2190/1920 οι ρυθμίσεις που αφορούν σε συνδεδεμένες επιχειρήσεις αφορούν κυρίως σε θέματα κατάρτισης εταιρικών ετήσιων λογαριασμών και ενοποιημένων λογαριασμών, καθώς αποτελούν προσαρμογή του ελληνικού δικαίου προς τις κοινοτικές οδηγίες περί ενοποιημένων λογαριασμών. Ειδικότερα, στο άρθρο 42ε παρ. 5 ορίζεται η σχέση μητρικής προς θυγατρικής ως η κύρια σχέση σύνδεσης επιχειρήσεων, ενώ στο άρθρο 96 παρ.1 προβλέπονται δυο επιπλέον τρόποι σύνδεσης, οι οποίοι αν και δεν δημιουργούν σχέση μεταξύ μητρικής προς θυγατρική, είναι κρίσιμοι για την ύπαρξη υποχρέωσης ενοποίησης.
Όπως προαναφέρθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 42ε υπό α συνδεδεμένες είναι οι επιχειρήσεις εκείνες μεταξύ των οποίων υπάρχει σχέση μητρικής προς θυγατρική. Σχέση μητρικής προς θυγατρική τεκμαίρεται αμάχητα ότι υπάρχει στις ακόλουθες εξαντλητικά απαριθμούμενες περιπτώσεις:

  • Πλειοψηφική συμμετοχή (άρ. 42ε α υπό αα): Σχέση μητρικής προς θυγατρική υφίσταται όταν μια επιχείρηση (μητρική) έχει την πλειοψηφία του κεφαλαίου ή εναλλακτικά των δικαιωμάτων ψήφου μιας άλλης επιχείρησης θυγατρικής. Η πλήρωση ενός από τα δύο περιστατικά (πλειοψηφία κεφαλαίου ή ψήφων) αρκεί για να θεωρηθούν οι δυο επιχειρήσεις συνδεδεμένες.
  • Συμβατικός έλεγχος της πλειοψηφίας των δικαιωμάτων ψήφου (άρ. 42ε α υπό ββ): Πρόκειται για την περίπτωση ύπαρξης συμφωνιών μετόχων ή εταίρων, που δίνουν τη δυνατότητα στη μητρική επιχείρηση να ελέγχει τα δικαιώματα ψήφου άλλων μετόχων ή εταίρων.
  • Διορισμός των μελών της διοίκησης (άρ. 42ε α υπό γγ):
    Συνδεδεμένες θεωρούνται δυο επιχειρήσεις και όταν μια επιχείρηση (η μητρική) συμμετέχει στο κεφάλαιο μιας άλλης επιχείρησης θυγατρικής) και έχει το δικαίωμα να διορίζει ή να παύει την πλειοψηφία των μελών των οργάνων διοίκησης της τελευταίας αυτής επιχείρησης. Η δυνατότητα de facto επιρροής κατά την εκλογή της διοίκησης δεν αρκεί: απαιτείται νομικά διασφαλισμένη δυνατότητα επηρεασμού του διορισμού της πλειοψηφίας των μελών του διοικητικού οργάνου.
  • Κυριαρχική επιρροή ή έλεγχος ή ενιαία διεύθυνση (άρ. 42ε α υπό δδ):
    Προϋπόθεση της διάταξης είναι η δυνατότητα άσκησης ή η πραγματική άσκηση είτε κυριαρχικής επιρροής είτε ελέγχου σε άλλη επιχείρηση ή η υπαγωγή σε ενιαία διεύθυνση. Ως κυριαρχική επιρροή θα πρέπει να χαρακτηρισθεί εκείνη η νομική κατάσταση, από την οποία απορρέουν για την «κυρίαρχη» επιχείρηση οι ίδιες δυνατότητες επιρροής πάνω στην εξαρτημένη επιχείρηση όπως στις παραπάνω περιπτώσεις. Η άσκηση ή η δυνατότητα άσκησης κυριαρχικής επιρροής θα πρέπει να αφορά σε ορισμένους βασικούς τομείς στη λειτουργία της θυγατρικής, όπως εκείνους των επενδύσεων, της χρηματοδότησης, των προμηθειών, των πωλήσεων και του προσωπικού.
    Η κυριαρχική επιρροή ασκείται κυρίως μέσω του ελέγχου των μελών της διοίκησης της θυγατρικής. Κρίσιμος είναι ο πραγματικός έλεγχος των αποφάσεων του διαχειριστικού οργάνου της θυγατρικής, ανεξάρτητα του αν αυτός προκύπτει π.χ. από τη σύμπτωση της πλειοψηφίας των προσώπων που απαρτίζουν τα διαχειριστικά όργανα των δύο εταιρειών.
    Ως κυριαρχική επιρροή θα μπορούσε επίσης να θεωρηθεί και η οικονομική εξάρτηση της θυγατρικής από τη μητρική. Γίνεται δεκτό ότι το κριτήριο της κυριαρχικής επιρροής αποκτά ιδιαίτερη σημασία στις περιπτώσεις μειοψηφικής συμμετοχής σε άλλη επιχείρηση. Ως έλεγχος εν προκειμένω θα πρέπει να θεωρηθεί η κατάσταση, από την οποία απορρέουν για την «κυρίαρχη» επιχείρηση οι ίδιες δυνατότητες επιρροής πάνω στην εξαρτημένη επιχείρηση όπως στις παραπάνω περιπτώσεις. Η ενιαία διεύθυνση αποτελεί έννοια οικονομική και προϋποθέτει τον ενιαίο σχεδιασμό της επιχειρηματικής πολιτικής των συνδεδεμένων επιχειρήσεων, καθώς και την εφαρμογή αυτού του σχεδιασμού. Βασικό εννοιολογικό χαρακτηριστικό του όρου «ενιαία διεύθυνση» συνιστά το προβάδισμα των συμφερόντων του ομίλου. Η βάση πάνω στην οποία μπορεί να στηριχθεί η άσκηση ενιαίας διοίκησης μπορεί να είναι είτε συμβατική είτε de facto.
    Σύμφωνα με το άρθρο 42ε υπό β, γ και δ συνδεδεμένες επιχειρήσεις είναι και οι θυγατρικές ή οι θυγατρικές των θυγατρικών των ανωτέρω επιχειρήσεων, ακόμα και αν δεν υφίστανται μεταξύ τους απευθείας δεσμοί συμμετοχής, καθώς και κάθε άλλη επιχείρηση που συνδέεται με τις ανωτέρω προσδιορισθείσες επιχειρήσεις με τις σχέσεις που περιγράφονται στο άρθρο 96 παρ. 1.

Διευκρινίζεται ωστόσο, ότι για τους σκοπούς του Ν.3728/2008 η σχέση franchisor (δικαιοπάροχου) – franchisee (δικαιοδόχου) ή αποκλειστικού διανομέα δεν δημιουργεί κυριαρχική επιρροή ή έλεγχο ή ενιαία διεύθυνση μεταξύ των μερών κατά την έννοια του άρθρου 42ε (α)(δδ) του Ν. 2190/1920, και συνεπώς δε δημιουργεί από μόνη της υποχρέωση τεκμηρίωσης τιμών, εφ’ όσον δε συντρέχουν οι άλλες προϋποθέσεις του Άρθρου 42ε.
Οι κοινοπρακτικά συνδεόμενες εταιρείες δε νοούνται ότι μετέχουν σε ενδοομιλική συναλλαγή στα πλαίσια της σύμβασης της κοινοπραξίας.
Δεν εμπίπτει στην έννοια των ενδοομιλικών συναλλαγών, κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου, η προικοδότηση υποκαταστήματος από το κεντρικό του.
Σχετικά με την υποχρέωση υποβολής κατάστασης στην οποία εμφανίζονται τα στοιχεία κάθε μίας από τις ενδοομιλικές συναλλαγές, τις οποίες πραγματοποίησαν μέσα στη ελεγχόμενη διαχειριστική χρήση, εντός 4 μηνών και 15 ημερών από τη λήξη αυτής, σημειώνουμε ότι οι υπόχρεες εταιρείες θα πρέπει να περιλαμβάνουν στις υποβαλλόμενες καταστάσεις, κάθε μία από τις πραγματοποιηθείσες συναλλαγές, ανεξαρτήτως ποσού, ανά αντισυμβαλλόμενο και κατηγορία συναλλαγής, ενώ το όριο των 200.000 € ετησίως, ισχύει μόνο για την υποχρέωση τεκμηρίωσης των τιμών των ενδοομιλικών συναλλαγών.
Ειδικά σε ότι αφορά τις δανειακές συμβάσεις (συμπεριλαμβανομένων των ομολογιακών δανείων), στην αναφερόμενη στην προηγούμενη παράγραφο κατάσταση περιλαμβάνεται διακεκριμένα τόσο το χορηγηθέν ποσό (κεφάλαιο), όσο και το ποσό των δεδουλευμένων τόκων κατά τη διάρκεια του κρινόμενου έτους.

Αυτονόητο είναι ότι κριτήριο για την υποχρέωση τεκμηρίωσης ή όχι αποτελεί το ύψος του χορηγηθέντος ποσού πλέον των δεδουλευμένων τόκων κατά τη διάρκεια του κρινόμενου έτους.
Ως προς τα παράγωγα χρηματοοικονομικά προϊόντα μεταξύ συνδεδεμένων εταιρειών (συμπεριλαμβανομένων χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων και άλλων) στις καταστάσεις θα περιλαμβάνονται τόσο οι ανταλλασσόμενες απαιτήσεις/ υποχρεώσεις όσο και τα κέρδη/ζημίες και οι σχετικές αμοιβές που προκύπτουν από τις συμβάσεις αυτές.
Επίσης με βάση την υπ΄ Αριθμ.Πρωτ. Α2- 2233, του Υπουργείου Ανάπτυξης, ( παρ. 12 ), προβλέπονται και τα εξής :
« Σχετικά με το όριο του 1.000.000 Ευρώ του ετήσιου κύκλου εργασιών, διευκρινίζονται τα εξής:

  • Ειδικά για την πρώτη χρήση που κλείνουν οι εταιρείες μετά την ψήφιση του Ν. 3728/2008 η υποχρέωση υποβολής της κατάστασης ενδοομιλικών συναλλαγών και τεκμηρίωσης των τιμών των συναλλαγών που υπερβαίνουν τις 200.000€ δημιουργείται, εφόσον ο κύκλος εργασιών τους υπερβαίνει το 1.000.000€, όπως προκύπτει από τα επίσημα βιβλία των εταιρειών. Το ίδιο όριο ισχύει και για τις υπερδωδεκάμηνες ή υποδωδεκάμηνες χρήσεις.
  • Σε συνέχεια, κάθε εταιρεία που απαλλάσσεται σύμφωνα με τον κύκλο εργασιών της πρώτης κλειόμενης χρήσης μετά την ψήφιση του νόμου, υποχρεούται να υποβάλει κατάσταση με τις ενδοομιλικές συναλλαγές της χρήσης αυτής, καθώς και να τεκμηριώσει αυτές που υπερβαίνουν τις 200.000€ εντός της χρήσης εκείνης, κατά την οποία για δεύτερη συνεχόμενη φορά υπερβαίνει το όριο του 1.000.000€.
  • Εταιρεία που για δεύτερη συνεχόμενη χρονιά έχει κύκλο εργασιών κάτω του 1.000.000€, δεν έχει υποχρέωση υποβολής της κατάστασης ενδοομιλικών συναλλαγών και απαλλάσσεται κάθε άλλης υποχρέωσης.

Παραδείγματα:
Α. Εστω ότι εταιρεία Α κλείνει την 1η χρήση μετά την πρώτη εφαρμογή του νόμου στις 31/12/2008. Αυτή η εταιρεία έχει με βάση τα επίσημα βιβλία της ετήσιο κύκλο εργασιών 950.000€.
Την χρήση που κλείνει στις 31/12/2009 ο κύκλος εργασιών με βάση τα επίσημα βιβλία της είναι 1.100.000€.
Την χρήση που κλείνει στις 31/12/2010 ο κύκλος εργασιών της με βάση τα επίσημα βιβλία της είναι 1.200.000€.

Για την τελευταία χρήση αυτή μόνο απαιτείται η υποβολή της κατάστασης ενδοομιλικών συναλλαγών και η προσκόμιση φακέλου τεκμηρίωσης τιμών για τις συναλλαγές που ξεπερνούν τις 200.000€.
Έστω ότι εταιρεία Β κλείνει την 1η χρήση μετά την πρώτη εφαρμογή του νόμου στις 30/06/2009. Αυτή η εταιρεία έχει με βάση τα επίσημα βιβλία της ετήσιο κύκλο εργασιών 1.550.000€.

Για αυτή τη χρήση η εταιρεία έχει υποχρέωση να υποβάλλει κατάσταση ενδοομιλικών συναλλαγών εντός της προθεσμίας που τάσσεται από τον νόμο και να τεκμηριώσει τις τιμές για τις συναλλαγές που ξεπερνούν τις 200.000€.

Την χρήση που κλείνει στις 30/06/2010 ο κύκλος εργασιών με βάση τα επίσημα βιβλία της είναι 880.000€.

Και για αυτή τη χρήση η εταιρεία έχει υποχρέωση να υποβάλλει κατάσταση ενδοομιλικών συναλλαγών εντός της προθεσμίας που τάσσεται από τον νόμο και να τεκμηριώσει τις τιμές για τις συναλλαγές που ξεπερνούν τις 200.000€.
Την χρήση που κλείνει στις 30/06/2011 ο κύκλος εργασιών της με βάση τα επίσημα βιβλία της είναι 900.000€.
Για την τελευταία χρήση η εταιρεία απαλλάσσεται από την υποχρέωση υποβολής κατάστασης ενδοομιλικών συναλλαγών και τεκμηρίωσης τιμών.
Σημειωτέον ότι η εταιρεία αυτή υπάγεται εκ νέου στις υποχρεώσεις του νόμου κατά τη χρήση που υπερβαίνει για δεύτερη συνεχή χρονιά το όριο του 1.000.000€.»

1.2 ΠΡΟΘΕΣΜΙΕΣ ΥΠΟΒΟΛΗΣ
Σύμφωνα με το άρθρο 26 παρ. 4 του ν. 3728/2008 και το άρθρο 8 της Υ.Α. Α2-8092/31-12-2008, όπως αντικαταστάθηκε με την Αριθμ. Α2-1225/07.6.2010, απόφαση,  η βασική αρχική υποχρέωση των υπόχρεων εταιρειών για τεκμηρίωση τιμών ενδοομιλικών συναλλαγών είναι να υποβάλλουν, εντός 4 μηνών και 15 ημερών από τη λήξη της διαχειριστικής τους χρήσης, κατάσταση με τις συναλλαγές αυτές.
Η κατάσταση αυτή υποβάλλεται στην Δ/νση Κοστολόγησης και Έρευνας Αγοράς της Υπηρεσίας Εποπτείας Αγοράς της Γενικής Γραμματείας Εμπορίου του Υπουργείου «Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας».

1.3 ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ ΚΑΙ ΥΠΟΔΕΙΓΜΑ « ΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ ΕΝΔΟΟΜΙΛΙΚΩΝ ΣΥΝΑΛΛΑΓΩΝ »
Στην κατάσταση στην οποία εμφανίζονται τα στοιχεία κάθε μίας από τις ενδοομιλικές συναλλαγές τους, τις οποίες πραγματοποίησαν μέσα στη χρήση και πιο συγκεκριμένα, με βάση την υπ΄Αριθμ. Α2-1225/07.06.2010, απόφαση:
α. Το αντικείμενο κάθε συμφωνίας (π.χ. πώληση αγαθών, παροχή υπηρεσιών, δάνειο, παραχώρηση χρήσης δικαιωμάτων κ.λπ.).
β. Τα στοιχεία του αντισυμβαλλόμενου (επωνυμία, έδρα, αριθμός φορολογικού μητρώου).
γ. Ο τρόπος (ιδιωτικό έγγραφο, συμβολαιογραφικό, προφορική συμφωνία) και η ημερομηνία κατάρτισης κάθε συμφωνίας.
δ. Η αξία (ύψος) της συναλλαγής.
ε. Όλες οι ενδοομιλικές παραδόσεις αγαθών που τιμολογούνται από τρίτα μέρη (τριγωνικές συναλλαγές) ».
Σχετικά με τον τρόπο συμπλήρωσης και τα περιλαμβανόμενα στοιχεία στις καταστάσεις ενδοομιλικών συναλλαγών, διευκρινίζεται ότι οι συναλλαγές θα αναγράφονται ανά αντισυμβαλλόμενο και κατηγορία συναλλαγής, δηλαδή αγορά ή πώληση αγαθών (εμπορευμάτων, προϊόντων, πρώτων και βοηθητικών υλών, κλπ), λήψη ή παροχή υπηρεσιών (συμπεριλαμβανομένων των μισθωμάτων κινητών και ακινήτων), λήψη ή παροχή δικαιωμάτων ή άλλων άυλων περιουσιακών στοιχείων και χρηματοοικονομικών συναλλαγών (δάνεια, αλληλόχρεοι δοσοληπτικοί λογαριασμοί, προθεσμιακές καταθέσεις, κλπ). ( Αριθμ.Πρωτ. Α2- 2233, του Υπουργείου Ανάπτυξης ( παρ.11 ) )

2. ΚΑΤΑΡΤΙΣΗ ΠΛΗΡΟΥΣ ΚΑΙ ΤΥΠΟΠΟΙΗΜΕΝΗΣ ΜΕΛΕΤΗΣ ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗΣ

2.1 ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ
Ισχύουν τα ανωτέρω αναφερόμενα ( περ. III.1.1 ) .

2.2  ΠΡΟΘΕΣΜΙΕΣ ΥΠΟΒΟΛΗΣ
Δεν υφίσταται υποχρέωση υποβολής στις αρμόδιες αρχές, σε καθορισμένη προθεσμία, αλλά πρέπει για το σκοπό του ελέγχου της συμμόρφωσης των υπόχρεων εταιρειών με τις διατάξεις, ο Βασικός και ο Ελληνικός Φάκελος Τεκμηρίωσης, κατά περίπτωση, να είναι διαθέσιμοι οποτεδήποτε ζητηθούν από τις αρμόδιες αρχές του Υπουργείου Ανάπτυξης εντός προθεσμίας τριάντα ημερών από την κοινοποίηση του σχετικού αιτήματος.

2.3 ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ ΤΩΝ «ΤΩΝ ΦΑΚΕΛΩΝ ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗΣ »

Σύμφωνα με την Υ.Α. Α2-8092/31.12.2008 / Υπουργείο Ανάπτυξης, ισχύουν τα εξής :
ΑΡΘΡΟ 2
Περιεχόμενο των φακέλων τεκμηρίωσης
Για τον έλεγχο της συμμόρφωσης των επιχειρήσεων με την αρχή των ίσων αποστάσεων στις συναλλαγές τους με τις συνδεδεμένες με αυτές εταιρίες οφείλουν να θέτουν στη διάθεση του ελέγχου από τις αρμόδιες αρχές του Υπουργείου Ανάπτυξης εντός προθεσμίας 30 ημερών από την κοινοποίηση της σχετικής αίτησης, τους ακόλουθους φακέλους:
I. Το «Βασικό Φάκελο Τεκμηρίωσης» ,όσον αφορά τους ομίλους, όπου η μητρική εταιρία είναι ελληνική και ο οποίος περιέχει τις εξής πληροφορίες:
Α. Πληροφορίες σχετικά με τον όμιλο:
1. Περιγραφή της οργανωτικής, νομικής και λειτουργικής δομής του Ομίλου, των εταιριών που περιλαμβάνει ο Όμιλος, συμπεριλαμβανομένων και των μονίμων εγκαταστάσεων και των συμμετοχών σε προσωπικές εταιρίες, του γενικότερου πλαισίου εντός του οποίου δραστηριοποιείται και των οικονομικών στοιχείων αυτού.
2. Γενική περιγραφή των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων και της επιχειρηματικής στρατηγικής του ομίλου, συμπεριλαμβανομένων των τυχόν μεταβολών στην επιχειρηματική στρατηγική σε σύγκριση με το αμέσως προηγούμενο οικονομικό έτος·
3. Γενική περιγραφή και εφαρμογή της ενδοομιλικής τιμολογιακής πολιτικής επί των ενδοομιλικών συναλλαγών, όπου υπάρχει·
4. Γενικό προσδιορισμό των συναλλαγών μεταξύ της ελληνικής μητρικής και των συνδεδεμένων με αυτήν εταιριών (ημεδαπών και αλλοδαπών) καθώς και των συνδεδεμένων εταιριών μεταξύ τους όταν μία από αυτές είναι ημεδαπή, ήτοι:
(α) φύση των συναλλαγών (πώληση αγαθών, παροχή υπηρεσιών, χρηματοοικονομικές συναλλαγές κλπ.)
(β) ροή των τιμολογίων
(γ) χρηματικά ποσά (ύψος) συναλλαγών·
Η περιγραφή των συνδεδεμένων μερών ή και των μονίμων εγκαταστάσεων τους που σχετίζονται με αυτές τις συναλλαγές ή συμφωνίες θα περιλαμβάνει το αντικείμενο εργασιών τους, τα έτη λειτουργίας τους, τον κύκλο εργασιών τους, τον αριθμό προσωπικού τους κλπ.
5. Γενική περιγραφή των λειτουργιών που επιτελούνται και των κινδύνων που αναλαμβάνονται από τα συνδεδεμένα μέρη, συμπεριλαμβανομένων και των τυχόν μεταβολών που συνέβησαν στον τομέα αυτόν σε σύγκριση με το αμέσως προηγούμενο οικονομικό έτος.
Επίσης γενική περιγραφή των υλικών παγίων που χρησιμοποιούνται από τον όμιλο για την επίτευξη των εν λόγω λειτουργιών.
6. Την ιδιοκτησία επί των αύλων περιουσιακών στοιχείων που ανήκουν στον όμιλο (σήματα, ευρεσιτεχνίες, τεχνογνωσία κ.λ.π.) και αμοιβές (Royalties) που καταβάλλονται ή εισπράττονται για αυτά·
7. Κατάλογο με τις Συμφωνίες Προέγκρισης των Ενδοομιλικών Τιμολογήσεων που τυχόν έχουν συνάψει εταιρίες του Ομίλου με αλλοδαπές φορολογικές αρχές.
Β. Πληροφορίες σχετικά με την Εταιρία
1. Αναλυτική αναφορά στις συναλλαγές μεταξύ συνδεδεμένων μερών για τις οποίες υπάρχει υποχρέωση τεκμηρίωσης.
(α) φύση των συναλλαγών (πώληση αγαθών, παροχή υπηρεσιών, χρηματοοικονομικές συναλλαγές κλπ.)
(β) ροή των τιμολογίων
(γ) χρηματικά ποσά (ύψος) συναλλαγών
2. Συγκριτική ανάλυση:
(α) χαρακτηριστικά των αγαθών και υπηρεσιών·
(β) λειτουργική ανάλυση (επιτελούμενες λειτουργίες, κίνδυνοι που αναλαμβάνονται, περιουσιακά στοιχεία που χρησιμοποιούνται κ.λ.π.)
(γ) συμβατικοί όροι·
(δ) οικονομικές συνθήκες·
(ε) ειδικές επιχειρηματικές στρατηγικές·
3. Περιγραφή της ακολουθούμενης μεθόδου υπολογισμού των τιμών των ενδοομιλικών συναλλαγών, εκ των προβλεπόμενων στις σχετικές κατευθυντήριες γραμμές του ΟΟΣΑ (OECD Transfer Pricing Guidelines), όπως ειδικότερα περιγράφονται και προσδιορίζονται στο άρθρο 4 της παρούσας, και των επιχειρημάτων για τα κριτήρια επιλογής της μεθόδου.
5. Συναφείς πληροφορίες σχετικά με εσωτερικά ή/και εξωτερικά συγκριτικά στοιχεία, εφόσον διατίθενται.
6. Περιγραφή άλλων δεδομένων ή συνθηκών που θεωρούνται αναγκαίες από την ελεγχόμενη εταιρία
ΙΙ. Τον «Ελληνικό Φάκελο Τεκμηρίωσης»  όσον αφορά τους ομίλους, όπου η μητρική εταιρία είναι αλλοδαπή καθώς και αλλοδαπές εταιρίες που λειτουργούν με οποιαδήποτε τύπο ή μορφή στην Ελλάδα και ο οποίος περιέχει τις εξής πληροφορίες:
Α. Πληροφορίες σχετικά με τον Όμιλο:
1. Γενική περιγραφή της οργανωτικής, νομικής και λειτουργικής δομής του Ομίλου, των εταιριών που περιλαμβάνει ο Όμιλος, συμπεριλαμβανομένων και των μονίμων εγκαταστάσεων και των συμμετοχών σε προσωπικές εταιρίες, του γενικότερου πλαισίου εντός του οποίου δραστηριοποιείται, και των οικονομικών στοιχείων αυτού.
2. Γενική περιγραφή των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων και της επιχειρηματικής στρατηγικής του ομίλου, συμπεριλαμβανομένων των τυχόν μεταβολών στην επιχειρηματική στρατηγική σε σύγκριση με το αμέσως προηγούμενο οικονομικό έτος·
3. Γενική περιγραφή και εφαρμογή της ενδοομιλικής τιμολογιακής πολιτικής επί των ενδοομιλικών συναλλαγών, όπου υπάρχει·
4. Γενικό προσδιορισμό των συναλλαγών μεταξύ της ελληνικής θυγατρικής ή της αλλοδαπής εγκατεστημένης στην Ελλάδα εταιρίας και των με αυτήν συνδεδεμένων εταιριών (ημεδαπών και αλλοδαπών).
5. Γενική περιγραφή των λειτουργιών που επιτελούνται και των κινδύνων που αναλαμβάνονται από τα συνδεδεμένα μέρη, συμπεριλαμβανομένων και των τυχόν μεταβολών που συνέβησαν στον τομέα αυτόν σε σύγκριση με το αμέσως προηγούμενο οικονομικό έτος·
6. Την ιδιοκτησία των άυλων περιουσιακών στοιχείων που ανήκουν στον όμιλο (σήματα, ευρεσιτεχνίες, τεχνογνωσία κ.λ.π.) και αμοιβές (Royalties) που καταβάλλονται ή εισπράττονται για αυτά·
7. Κατάλογο με τις Συμφωνίες Προέγκρισης των Ενδοομιλικών Τιμολογήσεων που έχουν συνάψει εταιρίες του Ομίλου με αλλοδαπές φορολογικές αρχές.
Β. Πληροφορίες σχετικά με την Εταιρία
1. Αναλυτική αναφορά στις συναλλαγές μεταξύ συνδεδεμένων μερών για τις οποίες υπάρχει υποχρέωση τεκμηρίωσης.
(α) φύση των συναλλαγών (πώληση αγαθών, παροχή υπηρεσιών, χρηματοοικονομικές συναλλαγές κλπ.)
(β) ροή των τιμολογίων
(γ) χρηματικά ποσά (ύψος) συναλλαγών·
2. Συγκριτική ανάλυση:
(α) χαρακτηριστικά των αγαθών και υπηρεσιών·
(β) λειτουργική ανάλυση (επιτελούμενες λειτουργίες, κίνδυνοι που αναλαμβάνονται, περιουσιακά στοιχεία που χρησιμοποιούνται κ.λ.π.)
(γ) συμβατικοί όροι·
(δ) οικονομικές συνθήκες·
(ε) ειδικές επιχειρηματικές στρατηγικές·
3. Περιγραφή των συνδεδεμένων μερών ή και των μονίμων εγκαταστάσεων τους που σχετίζονται με αυτές τις συναλλαγές ή συμφωνίες·
4. Περιγραφή της ακολουθούμενης μεθόδου υπολογισμού των τιμών των ενδοομιλικών συναλλαγών, εκ των προβλεπομένων στις σχετικές κατευθυντήριες γραμμές του ΟΟΣΑ (OECD Transfer Pricing Guidelines), όπως περιγράφονται και προσδιορίζονται στο άρθρο 4 της παρούσας, και επιχειρήματα για τα κριτήρια επιλογής της μεθόδου:
5. Συναφείς πληροφορίες σχετικά με εσωτερικά ή/και εξωτερικά συγκριτικά στοιχεία, εφόσον διατίθενται
6. Περιγραφή άλλων δεδομένων ή συνθηκών που θεωρούνται αναγκαίες από την ελεγχόμενη εταιρία
ΙΙΙ. Οι ανωτέρω φάκελοι τεκμηρίωσης ενημερώνονται υποχρεωτικά ,όταν μεταβληθούν τα διαθέσιμα συγκριτικά στοιχεία της αγοράς ή τα στοιχεία των συναλλαγών τα οποία επηρεάζουν την αξιολόγηση της ακολουθούμενης ενδοομιλικής τιμολογιακής πολιτικής.

ΑΡΘΡΟ 3
Μέθοδοι υπολογισμού τιμών των ενδοομιλικών συναλλαγών
1. Μέθοδος της «συγκρίσιμης μη ελεγχόμενης τιμής»
Για την τεκμηρίωση των τιμών των ενδοομιλικών συναλλαγών τους οι υπόχρεες εταιρίες της παραγράφου 1 του άρθρου 1 ακολουθούν καταρχήν τη μέθοδο της «συγκρίσιμης μη ελεγχόμενης τιμής», όπως αυτή αναλυτικότερα περιγράφεται στις κατευθυντήριες γραμμές του ΟΟΣΑ (OECD Transfer Pricing Guidelines), σύμφωνα με την οποία συγκρίνονται οι τιμές των συναλλαγών με συνδεδεμένες εταιρίες με τις τιμές που εφαρμόζονται σε συγκρίσιμες συναλλαγές μεταξύ ανεξαρτήτων επιχειρήσεων.
Η σύγκριση της προηγούμενης παραγράφου αφορά τις τιμές που εφαρμόζονται είτε από την ίδια την ελεγχόμενη εταιρία σε συγκρίσιμες, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο άρθρο 5 της παρούσας, συναλλαγές της με ανεξάρτητες επιχειρήσεις (εσωτερική σύγκριση τιμών) είτε στις τιμές που εφαρμόζονται σε συγκρίσιμες συναλλαγές μεταξύ ανεξαρτήτων επιχειρήσεων (εξωτερική σύγκριση τιμών).
Στις περιπτώσεις όπου η εφαρμογή της μεθόδου της «συγκρίσιμης μη ελεγχόμενης τιμής» είναι αδύνατη ή ατελέσφορη και στο βαθμό που οι λόγοι της μη εφαρμογής της αιτιολογούνται επαρκώς στο φάκελο τεκμηρίωσης, μπορούν να χρησιμοποιούνται οι άλλες εκ των παραδοσιακών μεθόδων που προβλέπονται στις κατευθυντήριες γραμμές του ΟΟΣΑ (Transfer Pricing Guidelines) ήτοι η μέθοδος της «τιμής μεταπώλησης μείον» ή του «κόστους συν κέρδους, όπως αυτές αναλυτικότερα περιγράφονται στις κατευθυντήριες γραμμές του ΟΟΣΑ (OECD Transfer Pricing Guidelines).
2. Μέθοδος της «τιμής μεταπώλησης μείον»
Η μέθοδος της «τιμής μεταπώλησης μείον» μειώνει την τιμή μεταπώλησης προς τρίτους αγαθού ή υπηρεσίας που αποκτήθηκε προγενέστερα από συνδεδεμένη εταιρία κατά το περιθώριο κέρδους μεταπώλησης. H αξία που προκύπτει θεωρείται ότι είναι η συμβατή με την αρχή των ίσων αποστάσεων τιμή της προηγηθείσας ενδοομιλικής συναλλαγής.
Για τον προσδιορισμό του περιθώριο κέρδους μεταπώλησης λαμβάνονται υπόψη τα άμεσα και έμμεσα έξοδα της εταιρίας που συνδέονται αυστηρά με τη συγκεκριμένη συναλλαγή καθώς και το ποσοστό κέρδους που προσιδιάζει στο είδος της συναλλαγής. Σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να λαμβάνεται υπόψη το σύνολο των γενικών εξόδων διαχείρισης της επιχείρησης.
Για τον προσδιορισμό του ως άνω περιθωρίου κέρδους λαμβάνεται υπόψη το περιθώριο κέρδους που προκύπτει για την ελεγχόμενη εταιρία από συγκρίσιμες συναλλαγές με ανεξάρτητες επιχειρήσεις (εσωτερική σύγκριση) ή το περιθώριο κέρδους που προκύπτει από συγκρίσιμες συναλλαγές μεταξύ ανεξαρτήτων εταιριών (εξωτερική σύγκριση)
Για τον καθορισμό του περιθωρίου κέρδους μεταπώλησης λαμβάνονται υπόψη ιδίως τα ακόλουθα:
α) το χρονικό διάστημα που παρήλθε μεταξύ της αρχικής αγοράς και της μεταπώλησης, ιδίως αν επήλθαν μεταβολές στην αγορά σε σχέση με τα κόστη, συναλλαγματικές ισοτιμίες ή πληθωρισμό
β) φυσιολογική φθορά των αγαθών ή άλλες αλλαγές στα χαρακτηριστικά τους, περιλαμβανομένων και τυχόν τεχνολογικών εξελίξεων σε συγκεκριμένο τομέα
γ) το αποκλειστικό δικαίωμα της μεταπωλήτριας επιχείρησης να πουλά συγκεκριμένα αγαθά ή να εκμεταλλεύεται συγκεκριμένα δικαιώματα, που μπορεί να επηρεάζει το περιθώριο κέρδους
3. Μέθοδος του «κόστους συν κέρδους»
Με τη μέθοδο αυτή προσδιορίζεται η τιμή πώλησης αγαθών ή παροχής υπηρεσιών προς συνδεδεμένη εταιρία ως το άθροισμα του κόστους απόκτησης ή παραγωγής του αγαθού ή της υπηρεσίας πλέον του κατάλληλου περιθωρίου κέρδους, όπως θα ίσχυε σε συνθήκες αγοράς.
Το ως άνω περιθώριο κέρδους προσδιορίζεται είτε με βάση το περιθώριο κέρδους που εφαρμόζεται από την ελεγχόμενη εταιρία σε συγκρίσιμες συναλλαγές με ανεξάρτητες επιχειρήσεις (εσωτερική σύγκριση) είτε το περιθώριο κέρδους που εφαρμόζεται από ανεξάρτητες επιχειρήσεις σε συγκρίσιμες συναλλαγές (εξωτερική σύγκριση).
4. Λοιπές (μη παραδοσιακές) μέθοδοι
Η χρήση των λοιπών (μη παραδοσιακών) μεθόδων, όπως των μεθόδων  του «καθαρού κέρδους συναλλαγής» και  του «επιμερισμού κέρδους», επιτρέπεται μόνο στις περιπτώσεις, όπου η χρήση των ως άνω παραδοσιακών μεθόδων κρίνεται με ειδική αιτιολογία, που περιλαμβάνεται στον φάκελο τεκμηρίωσης, ατελέσφορη.

ΑΡΘΡΟ 4
Χρησιμοποιούμενα εσωτερικά και εξωτερικά συγκριτικά στοιχεία
1. Για την απόδειξη της συμμόρφωσης με την αρχή των ίσων αποστάσεων, χρησιμοποιούνται εσωτερικά και εξωτερικά συγκριτικά στοιχεία (ανάλογα και με την ακολουθούμενη μέθοδο υπολογισμού των τιμών των ενδοομιλικών συναλλαγών), στο βαθμό που αυτό είναι εφικτό και λογικό.
2. Τα χρησιμοποιούμενα συγκριτικά στοιχεία αποτελούν στοιχείο του φακέλου τεκμηρίωσης (άρθρο 2, Ι.Β.2, 5 και ΙΙ.Β.2, 5) και πρέπει να αφορούν όμοιες συναλλαγές μεταξύ ανεξάρτητων επιχειρήσεων. Τέτοιες συναλλαγές είναι οι ακόλουθες:
α) Συναλλαγές μεταξύ τρίτων επιχειρήσεων (εξωτερικά συγκριτικά στοιχεία)
β) Συναλλαγές μεταξύ της εταιρίας και ανεξάρτητων τρίτων επιχειρήσεων (εσωτερικά συγκριτικά στοιχεία)
γ) Συναλλαγές μεταξύ συνδεδεμένων με την εταιρία μερών αφενός και ανεξαρτήτων τρίτων επιχειρήσεων αφετέρου
3. Τα συγκριτικά στοιχεία μπορεί να αφορούν είτε τις τιμές των συναλλαγών είτε άλλα οικονομικά στοιχεία συγκρίσιμων εταιριών, όπως μεικτό περιθώριο κέρδους, καθαρό κέρδος, περιθώριο κέρδους επί κόστους. Για τον έλεγχο της συγκρισιμότητας των χρησιμοποιούμενων στοιχείων, η εταιρία πρέπει να παρέχει πληροφορίες για εσωτερικά της στοιχεία, όπως ο όγκος των πωλήσεων, οι πωληθείσες μονάδες, το ύψος των δαπανών και ο επιμερισμός τους.

ΑΡΘΡΟ 5
Έλεγχος συγκρισιμότητας των χρησιμοποιούμενων στοιχείων
Για τον έλεγχο της συγκρισιμότητας των χρησιμοποιούμενων στοιχείων, τα ακόλουθα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη:
1. Συγκρίσιμες είναι οι συναλλαγές οι οποίες ταυτίζονται ή παρουσιάζουν ομοιότητα ως προς το αντικείμενο και τα άλλα χαρακτηριστικά τους και των οποίων οι τυχόν διαφορές στους ειδικότερους όρους δεν μπορούν να επηρεάσουν σημαντικά το συμφωνούμενο τίμημα.
2. Ειδικότερα τα χαρακτηριστικά των συναλλαγών που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη προκειμένου αυτές να θεωρηθούν ως συγκρίσιμες ή μη με τη συναλλαγή για την οποία υπάρχει η υποχρέωση τεκμηρίωσης, είναι:
α) στην περίπτωση των ενσώματων αγαθών, τα φυσικά χαρακτηριστικά αυτών, η ποιότητα και διαθεσιμότητα τους, οι ποσότητες που παραδίδονται και τυχόν δικαιώματα τρίτων επΆ αυτών
β) στην περίπτωση των αύλων αγαθών, η διάρκεια και ο βαθμός προστασίας αυτών καθώς και το προσδοκώμενο όφελος από αυτά
γ) στην περίπτωση των υπηρεσιών και άλλων παροχών, το είδος, το αντικείμενο και η ποιότητα τους.
3. Ειδικότεροι όροι που μπορούν, κατά τα αναφερόμενα στην ως άνω παράγραφο 1, να επηρεάζουν σημαντικά το συμφωνούμενο τίμημα και κατΆ επέκταση τη συγκρισιμότητα των συναλλαγών είναι ιδίως οι ακόλουθοι:
α) ημερομηνίες, όροι και τρόποι εξόφλησης του τιμήματος
β) ιδιαιτερότητες της χρονικής περιόδου εντός της οποίας έλαβε χώρα η συναλλαγή
γ) υποχρέωση ολοκλήρωσης της συναλλαγής εντός συγκεκριμένου χρονικού ορίου
δ) μέσα που χρησιμοποιούνται για τη διασφάλιση της ολοκλήρωσης της συναλλαγής εντός συγκεκριμένου χρονικού ορίου.
4. Στις περιπτώσεις που η σύγκριση αφορά οικονομικά στοιχεία εταιριών κατά την παράγραφο 3 του άρθρου 4 της παρούσας (μεικτό περιθώριο κέρδους, καθαρό κέρδος), για τον έλεγχο της συγκρισιμότητας αυτών, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι λειτουργίες που επιτελούνται από τις συγκρινόμενες εταιρίες σε σχέση με τις συναλλαγές για τις οποίες υπάρχει υποχρέωση τεκμηρίωσης και η οικονομική στρατηγική που εφαρμόζεται, όπως αυτά περιγράφονται στη λειτουργική ανάλυση, που αποτελεί στοιχείο των φακέλων τεκμηρίωσης (άρθρο 2, Ι.Β.2 (β) και ΙΙ.Β.2 (β)
5. Για τον σκοπό αυτό, η λειτουργική ανάλυση, πρέπει να αναφέρει ποιο από τα συμβαλλόμενα μέρη στην υπό κρίση συναλλαγή επιτελεί τις πλέον σημαντικές οικονομικές λειτουργίες, ήτοι εκείνες που προσθέτουν αξία και συντελούν στη δημιουργία κέρδους από συγκεκριμένη συναλλαγή. Κατά την ανάλυση αυτή πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, ιδίως, τα ακόλουθα στοιχεία:
α) ο καταμερισμός των οικονομικών κινδύνων και υποχρεώσεων μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών σε μία συναλλαγή
β) ο βαθμός χρήσης πόρων, μηχανημάτων και εξοπλισμού
γ) η αξία των άϋλων στοιχείων που χρησιμοποιούνται
6. Επίσης η λειτουργική ανάλυση πρέπει να περιλαμβάνει στοιχεία της ακολουθούμενης οικονομικής στρατηγικής από την ελεγχόμενη εταιρία όπως ιδίως:
α) Την υιοθέτηση τυχόν ευνοϊκών (χαμηλών) τιμών προς τον σκοπό εισόδου σε μία νέα αγορά
β) Τυχόν προσωρινή μείωση κερδών με στόχο την επίτευξη μακροπρόθεσμα μεγαλύτερου κέρδους
γ) Τυχόν προσωρινή αύξηση των δαπανών προκειμένου να διατηρηθεί το κεκτημένο μερίδιο αγοράς ή να γίνει επέκταση προς νέα αγορά
Ως εκ τούτου πρέπει, με κάθε πρόσφορο μέσο, να αποδεικνύονται οι ισχυρισμοί μιας επιχείρησης σχετικά με την ακολουθούμενη οικονομική στρατηγική της όπως το μερίδιο που κατέχει στην Ελληνική αγορά σε σχέση με τους ανταγωνιστές της, την καινοτομία των προϊόντων της και τις οικονομικές συγκυρίες που ισχύουν διεθνώς για τα προϊόντα της.

ΑΡΘΡΟ 6
Χρήση τραπεζών πληροφοριών
1. Σε περίπτωση που χρησιμοποιούνται τράπεζες πληροφοριών για τη συλλογή συγκριτικών στοιχείων, θα πρέπει να γίνεται ακριβής περιγραφή αυτών (ονομασία, πάροχος, έκδοση, χρόνος τελευταίας ενημέρωσης και πλήθος στοιχείων, άδεια χρήσης).
2. Επίσης πρέπει να αναφέρονται και να αιτιολογούνται τα κριτήρια και τα βήματα επιλογής και χρησιμοποίησης των συγκεκριμένων συγκριτικών στοιχείων. Εάν υπάρχει αμφιβολία ως προς τη δυνατότητα χρήσης συγκεκριμένων στοιχείων σε συγκεκριμένη συναλλαγή, τα εν λόγω στοιχεία δεν θα χρησιμοποιούνται.
3. Σε περίπτωση που η εταιρία προβαίνει σε σύγκριση του περιθωρίου κέρδους μέσω στοιχείων που συλλέγονται από τράπεζες πληροφοριών, θα πρέπει εκτός από τα ανωτέρω να περιγράφει και τα ακόλουθα:
– Τον τρόπο με τον οποίο περιγράφονται ο ισολογισμός και η κατάσταση αποτελεσμάτων χρήσης κάθε εταιρίας στην τράπεζα πληροφοριών
– Τους κανόνες που χρησιμοποιεί η εταιρία για την τήρηση των βιβλίων της και τη σύνταξη των οικονομικών καταστάσεων (ΕΓΛΣ, Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα, Αμερικανικά Λογιστικά Πρότυπα κλπ.)
– Αιτιολόγηση της κατηγοριοποίησης του τομέα επιχειρηματικής δραστηριότητας και τους λόγους επιλογής του συγκεκριμένου τομέα στην υπό κρίση περίπτωση
– Τα κριτήρια και τους λόγους επιλογής των επιχειρήσεων που περιλαμβάνονται στο δείγμα σύγκρισης σε σχέση με την ανάλυση των λειτουργιών και κινδύνων της υπό κρίση εταιρίας
– Κατάσταση όλων των επιχειρήσεων που αποκλείστηκαν από το δείγμα σύγκρισης κατά τη διαδικασία επιλογής. Οι λόγοι αποκλεισμού κάθε επιχείρησης πρέπει να αιτιολογούνται ειδικά.
4. Επιπλέον, σε περίπτωση σύγκρισης του περιθωρίου κέρδους, θα λαμβάνεται υπόψη ο μέσος όρος ποσοστών κέρδους των τελευταίων τριών χρήσεων κάθε επιχείρησης που περιλαμβάνεται στο δείγμα σύγκρισης.
ΑΡΘΡΟ 7
Προσδιορισμός των τιμών των ενδοομιλικών συναλλαγών από ένα εύρος αποδεκτών τιμών
1. Στις περιπτώσεις όπου από την εφαρμογή της ακολουθούμενης μεθόδου ενδοομιλικής τιμολόγησης και τη χρήση των συγκριτικών στοιχείων προκύπτει ένα εύρος τιμών ή κέρδους, απορρίπτεται το 25% των χαμηλότερων τιμών και το 25% των υψηλότερων, με τη χρήση τεταρτημόριων.
Στην περίπτωση αυτή, δηλαδή, γίνεται προσδιορισμός των τεταρτημόριων του συνόλου των τιμών ή του κέρδους του δείγματος που χρησιμοποιήθηκε, ως εξής:
Q1 = πρώτο τεταρτημόριο = 25ο εκατοστιαίο σημείο
Q2 = διάμεσος = 50ο εκατοστιαίο σημείο
Q3 = τρίτο τεταρτημόριο = 75ο εκατοστιαίο σημείο
Σε αυτή την περίπτωση, θεωρείται ως συμβατή με την αρχή των ίσων αποστάσεων οποιαδήποτε τιμή μεταξύ του πρώτου και του τρίτου τεταρτημόριου, με την προϋπόθεση ότι η επιλογή αυτή αιτιολογείται επαρκώς.
Οι εταιρίες έχουν το δικαίωμα να χρησιμοποιούν άλλα υπολογιστικά μαθηματικά σχήματα προκειμένου για τον προσδιορισμό των τεταρτημορίων (π.χ. άλλα παραδεδεγμένα υπολογιστικά και στατιστικά προγράμματα είναι αποδεκτά).
2. Εάν το ποσό της τιμής που καθορίζει η εταιρία δεν συμπεριλαμβάνεται στο συγκρίσιμο εύρος τιμών ή κέρδους, όπως περιορίστηκε σύμφωνα με τα ανωτέρω, η αρμόδια υπηρεσία της Εποπτείας Αγοράς θα προσδιορίζει την μέση τιμή που είναι σύμφωνη με την αρχή των ίσων αποστάσεων. Η μέση τιμή είναι η τιμή της διαμέσου, ως ανωτέρω.
Επίσης σύμφωνα με την υπ΄ Αριθμ.Πρωτ. Α2-2233/7.5.2009, του Υπουργείου Ανάπτυξης ( παρ. 13 – 15 ), ισχύουν τα εξής :
Ως προς το «Βασικό» και τον «Ελληνικό» φάκελο τεκμηρίωσης και τους υπόχρεους σύνταξής τους, διευκρινίζονται τα ακόλουθα:
· Όμιλος με ελληνική μητρική και ελληνική/ές ή/και αλλοδαπή/ές συνδεδεμένες εταιρείες:
Η ελληνική μητρική συντάσσει «Βασικό φάκελο τεκμηρίωσης» για το σύνολο των ενδοομιλικών συναλλαγών και τεκμηριώνει τις συναλλαγές της ίδιας και τις συναλλαγές των συνδεδεμένων με αυτήν εταιρειών μεταξύ τους όταν μία από αυτές είναι ημεδαπή και υπερβαίνουν το όριο των 200.000€ ετησίως.
Για σκοπούς διευκόλυνσης του ελέγχου των ενδοομιλικών συναλλαγών μίας από τις θυγατρικές ελληνικού Ομίλου, δύναται να προσκομίζονται μόνο οι ενότητες του Βασικού Φακέλου που αφορούν τις υπό εξέταση συναλλαγές της εν λόγω θυγατρικής.
· Αλλοδαπός όμιλος με ελληνικές θυγατρικές και όλες τις συνδεδεμένες σύμφωνα με το αρ. 42ε, (β), (γ) και (δ) του Ν. 2190/1920:
Οι ελληνικές θυγατρικές συντάσσουν η κάθε μία ξεχωριστό «Ελληνικό φάκελο τεκμηρίωσης» για τις ενδοομιλικές συναλλαγές και τεκμηριώνουν αυτές που υπερβαίνουν το όριο των 200.000€ ετησίως.
Το ίδιο ισχύει και για όλες τις ελληνικές συνδεδεμένες του αλλοδαπού ομίλου με βάση το Αρ.42 (ε) (β), (γ) και (δ) του Ν. 2190/1920 (δηλαδή εγγονές, δισέγγονες, τρισέγγονες κ.λ.π.) για όλες τις συναλλαγές που έχουν με τις συνδεδεμένες με αυτές εταιρείες ημεδαπές και αλλοδαπές, έστω και αν δεν υφίστανται μεταξύ τους απευθείας δεσμοί συμμετοχής.
Αναφορικά με την εκπλήρωση των σχετικών υποχρεώσεων σε περιπτώσεις αλλαγών στη μετοχική σύνθεση εταιρειών, υποβάλλονται τόσες καταστάσεις και τεκμηριώνονται τόσες φορές οι ενδοομιλικές συναλλαγές, όσες απαιτούνται ώστε να καλύπτονται πλήρως οι υποχρεώσεις που απορρέουν από το Ν.3728/2008. Δηλαδή υποβάλλονται οι καταστάσεις και τεκμηριώνονται οι τιμές από τον ημεδαπό ή αλλοδαπό Όμιλο στον οποίο ανήκαν μέχρι την στιγμή της μεταβολής και από εκεί και πέρα από τον καινούριο ημεδαπό ή αλλοδαπό όμιλο στον οποίο περιέρχονται.
Τέλος, με αφορμή την υποβολή πολλών σχετικών ερωτημάτων, επισημαίνεται ότι επικαιροποίηση της μελέτης τεκμηρίωσης των τιμών των ενδοομιλικών συναλλαγών απαιτείται όταν υπάρχουν σημαντικές αλλαγές στο είδος και στον τρόπο διενέργειας των ενδοομιλικών συναλλαγών ή στα διαθέσιμα συγκριτικά στοιχεία της αγοράς. Σημειώνεται ωστόσο, ότι με βάση τη διεθνή εμπειρία, επικαιροποίηση των φακέλων τεκμηρίωσης, αναμένεται ότι θα απαιτείται τουλάχιστον κάθε τρία (3) χρόνια.

IV. ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΜΟΙ
Είναι εμφανής η ανάγκη για μια ενιαία αντιμετώπιση του θέματος των ενδοομιλικών συναλλαγών  από τα δύο Υπουργεία ( Ανάπτυξης και Οικονομικών ), τόσο σε θέματα σύνταξης και υποβολής των στοιχείων, όσο και στον σαφή καθορισμό των περιπτώσεων που είναι υπόχρεοι. Επίσης , κατά την άποψη μας, θα πρέπει να εξεταστεί το θέμα της συσσώρευσης ποινών για την ίδια παράβαση.

http://www.taxheaven.gr

 

About the author